Φορολογικά

Πώληση ψηφιακών προϊόντων – Στην επιτροπή της βουλής το νομοσχέδιο

Με το προτεινόμενο νομοσχέδιο που κατατέθηκε στις 25.8.20222 στην Βουλή,  ενσωματώνονται δύο οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019 οι οποίες συγκροτούν ένα ενιαίο συστηματικό σύνολο σχετικά σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών και τις συμβάσεις για τις πωλήσεις αγαθών, λειτουργικά εναρμονισμένο, στενά συνδεδεμένο και αλληλοσυμπληρούμενο, που διαπνέεται από συναφή νομοθετική σύλληψη και κατατείνει σε κοινό ρυθμιστικό σκοπό.

Η Οδηγία (ΕΕ) 2019/771 αντικαθιστά την Οδηγία 1999/44 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών, η οποία ενσωματώθηκε στην εθνική έννομη τάξη με τον ν. 3043/2002 (Α’ 192), ο οποίος επέφερε ουσιώδεις τροποποιήσεις στις διατάξεις των άρθρων 534 έως 572 ΑΚ. Κατά το άρθρο 4 αμφοτέρων των Οδηγιών, τα κράτη μέλη δεν μπορούν καταρχήν να υιοθετούν στο εθνικό δίκαιο διατάξεις που παρεκκλίνουν από τις ρυθμίσεις της Οδηγίας. Αυτό ισχύει τόσο για εθνικές διατάξεις που διευρύνουν όσο και για εθνικές διατάξεις που απομειώνουν το επίπεδο προστασίας του καταναλωτή (αγοραστή) που διασφαλίζεται με τις ρυθμίσεις της Οδηγίας. Υιοθετείται δηλαδή το μοντέλο της μέγιστης ή πλήρους εναρμόνισης. Πρόκειται για σημαντική μεταβολή σε σύγκριση με την Οδηγία 1999/44, που ακολουθούσε το πρότυπο της ελάχιστης εναρμόνισης. Η μεταβολή αυτή έχει επίδραση στην ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου των εθνικών ρυθμίσεων που πρέπει να θεσπισθούν. Έτσι, δεν είναι πλέον, για παράδειγμα, δυνατή η μη υιοθέτηση της προβλεπόμενης στην Οδηγία (ΕΕ) 2019/771 ιεραρχικής διαβάθμισης των δικαιωμάτων του καταναλωτή (αγοραστή) σε περίπτωση ευθύνης του πωλητή για μη ανταπόκριση του πράγματος στη σύμβαση.

Το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής των Οδηγιών καταλαμβάνει αποκλειστικά συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ φυσικού ή νομικού προσώπου, που ενεργεί για σκοπούς που σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική δραστηριότητά του, το οποίο έχει την ιδιότητα του πωλητή ή του προμηθευτή αντίστοιχα, και καταναλωτή, ο οποίος έχει την ιδιότητα του αγοραστή ή του λήπτη αντίστοιχα, είναι δηλαδή περιορισμένο στο πεδίο πωλήσεων από επιχειρηματία προς καταναλωτή (Business to consumer – B2C). Ωστόσο, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 16 του προοιμίου της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/770 και 21 του προοιμίου της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771, είναι δυνατή η επέκταση των ρυθμίσεών τους σε συμβάσεις που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της. Επομένως, η ενωσιακή ρύθμιση μπορεί να καταλάβει κάθε είδους σύμβαση πώλησης ή παροχής ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακών υπηρεσιών. Ενόψει αυτού αποτέλεσε αντικείμενο προβληματισμού, όπως εξάλλου είχε συμβεί και αναφορικά με την ενσωμάτωση της Οδηγίας 1999/44/ΕΚ, εάν η εθνική ρύθμιση πρέπει να ακολουθήσει το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771 ή να το διευρύνει, ώστε να καταλάβει κάθε σύμβαση πώλησης, ανεξάρτητα από την ιδιότητα των συμβαλλομένων. Για μία σειρά από ουσιώδεις λόγους αποφασίστηκε η γενίκευση της ρύθμισης και η ενσωμάτωσή της στον Αστικό Κώδικα. Ειδικότερα, με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται αφενός μεν, μέσω της αποφυγής νομοθετικής διάσπασης, η συνοχή του εξωτερικού συστήματος του δικαίου των συμβάσεων, αφετέρου δε προστατεύεται και ενισχύεται η τελολογική και συστηματική ενότητα του δικαίου αυτού. Επιπλέον, στη λύση αυτή συνηγορεί η υφιστάμενη ενσωμάτωση της Οδηγίας 1999/44/ΕΚ στον Αστικό Κώδικα, οι διατάξεις της οποίας, σε μεγάλο βαθμό, επαναλαμβάνονται, τροποποιούνται ή συμπληρώνονται με τις διατάξεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771. Κρίθηκε λοιπόν ότι με ευκαιρία την ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771 πρέπει να επικαιροποιηθούν οι διατάξεις του κεφαλαίου της πώλησης του Αστικού Κώδικα, ώστε να ανταποκρίνονται πληρέστερα στην ψηφιακή οικονομία και να ρυθμίζεται κατά τρόπο ενιαίο κάθε πώληση, ανεξαρτήτως της ιδιότητας των συμβαλλομένων ως εμπόρων ή καταναλωτών.

Οι λόγοι που επέβαλαν την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας 2019/771 ισχύουν κατά βάση και για την Οδηγία (ΕΕ) 2019/770.
Εξάλλου υπάρχει ταύτιση ρυθμίσεων, όπως καταδεικνύουν, ιδίως, οι νέες διατάξεις του Αστικού Κώδικα που αφορούν στο πράγμα με ψηφιακά στοιχεία. Επιπλέον, η ύπαρξη ριζικά διαφορετικού πεδίου εφαρμογής μεταξύ των δύο νομοθετημάτων θα δημιουργούσε σημαντικά συστηματικά ζητήματα, ρυθμιστικά κενά και νομοθετική ασυνέπεια στη ρύθμιση όμοιων προβλημάτων. Το κυριότερο είναι ότι και οι διατάξεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/770 καλύπτουν ρυθμιστική ανάγκη τόσο στις καταναλωτικές όσο και στις μη καταναλωτικές συμβάσεις, καθώς παρέχουν σαφή και ασφαλή νομική ρύθμιση για ουσιώδη στοιχεία των ρυθμιζόμενων σχέσεων, και μάλιστα καθ’ υπέρβαση των δυσχερών στο ρυθμιστικό αυτό πεδίο τυπολογικών διακρίσεων των συμβάσεων (χωρίς φυσικά να αποκλείεται η χρησιμότητα ένταξης μιας σχέσης σε έναν γνωστό συμβατικό τύπο, ιδίως για ζητήματα που απουσιάζει ρύθμιση). Επιπλέον, από δικαιοπολιτική σκοπιά οι ρυθμίσεις και αυτής της Οδηγίας είναι γενικεύσιμες και ανταποκρίνονται ισορροπημένα στα συμφέροντα του προμηθευτή και του λήπτη και στις μη καταναλωτικές συμβάσεις.

Τα ψηφιακά αγαθά, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, δεν διαφοροποιούνται ανάλογα με το αν απευθύνονται σε καταναλωτές ή επαγγελματίες και επιχειρήσεις και αυτό συνηγορεί στη θέσπιση ομοιόμορφων κανόνων και την αποφυγή της πολυδιάσπασης του δικαίου. Οι ενιαίοι κανόνες και η ασφάλεια δικαίου που δημιουργούν όχι μόνο δεν παραβλάπτουν αλλά υπηρετούν τα συμφέροντα των προμηθευτών. Οι τελευταίοι άλλωστε στη πράξη, μέσω των γενικών όρων τους και της διαμόρφωσης των ιστοσελίδων και των λοιπών δικτύων, προωθούν στην αγορά τα αγαθά και τις υπηρεσίες τους με αδιαφοροποίητο τρόπο ανεξαρτήτως της ιδιότητας του λήπτη τους. Από την άλλη ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής μόνο στους καταναλωτές, με τη στενή ενωσιακή έννοια που εισήχθη πρόσφατα και στον ν. 2251/1994 (Α’ 191), δεν θα δημιουργούσε μόνο σημαντικά ερμηνευτικά ζητήματα ιδίως στις περιπτώσεις συμβάσεων διττού σκοπού, καταναλωτικού και μη, αλλά πρωτίστως δεν θα παρείχε ασφαλές νομικό πλαίσιο και προστασία στους επαγγελματίες και τις επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρές και μεσαίες, που όλο και περισσότερο χρησιμοποιούν τυποποιημένα ψηφιακά αγαθά και υπηρεσίες για σημαντικές καθημερινές τους λειτουργίες. Ιδίως όταν είναι τελικοί αποδέκτες, η θέση τους δεν διαφοροποιείται σε σχέση με τους λήπτες που επιδιώκουν προσωπική μόνο χρήση. Αντίθετα, είναι κατά κανόνα οικονομικά σημαντικότερα τα συμφέροντα των μη καταναλωτών ληπτών και στη δική τους περίπτωση μπορεί ευλόγως να αναμένεται η πλέον σημαντική, πρακτική αλλά και νομολογιακή, εφαρμογή των νέων διατάξεων. Τέλος, οι ενιαίοι κανόνες που θεσπίζονται παραμένουν για τους μη καταναλωτές συναλλασσόμενους ενδοτικού δικαίου, όπως είναι άλλωστε ο κανόνας στο δίκαιο των συμβάσεων.

Στο αντικειμενικό πεδίο της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771, όπως εξάλλου και σε αυτό της καταργούμενης Οδηγίας 1999/44/ΕΚ, εμπίπτουν συμβάσεις πώλησης, καθώς και συμβάσεις για την προμήθεια αγαθών που πρόκειται να κατασκευασθούν ή να παραχθούν. Ως προς την πρώτη περίπτωση ισχύουν σε κάθε περίπτωση τα άρθρα 513 επ. ΑΚ. Αντίθετα, μία σύμβαση για την προμήθεια αγαθού που πρόκειται να κατασκευασθεί ή να παραχθεί, μπορεί να υπαχθεί κατά περίπτωση στον τύπο της πώλησης ή σε άλλο συμβατικό τύπο, όπως ιδίως σε εκείνον της σύμβασης έργου (άρθρα 681 επ. ΑΚ). Ως προς τη δεύτερη περίπτωση τέθηκε το ερώτημα εάν πρέπει η απαιτούμενη εναρμόνιση του εθνικού δικαίου να γίνει στον Αστικό Κώδικα ή σε ειδικό νομοθέτημα, με περιορισμένο υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής (B2C). Προκειμένου να αποφευχθεί μία δραστική επέμβαση στο δίκαιο της σύμβασης έργου του ΑΚ επ’ αφορμή μίας ενωσιακής ρύθμισης, που ως κύριο αντικείμενο έχει τη σύμβαση πώλησης, αποφασίστηκε να υιοθετηθεί η δεύτερη λύση.

Ενόψει των ανωτέρω αποφασίστηκε το μεγαλύτερο μέρος των διατάξεων της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/771 να ενσωματωθεί στον Αστικό Κώδικα και ειδικότερα στα άρθρα 513 επ., ενώ κάποιες μεμονωμένες ρυθμίσεις να εισαχθούν στον ν. 2251/1994, που αφορά στην προστασία του καταναλωτή.

Λόγω της έκτασης, αλλά και της σημασίας των νέων ρυθμίσεων που πρέπει να εισαχθούν στον Αστικό Κώδικα, κρίθηκε σκόπιμο να υιοθετηθεί νέα αρίθμηση μέρους των διατάξεών του.

Η απόφαση αυτή ελήφθη, αφού σταθμίστηκαν αφενός μεν τα οφέλη από τη δημιουργία μίας εναργούς και συστηματικά άρτιας νομικής κατάστρωσης, στην οποία θα απουσιάζουν «κενά άρθρα», των οποίων το ρυθμιστικό περιεχόμενο έχει καταργηθεί (π.χ. άρθρα 538 και 539 ΑΚ) και θα αποφεύγεται κατά το δυνατόν η χρήση γραμμάτων της αλφαβήτου, αφετέρου δε οι δυσκολίες που θα δημιουργηθούν στη νομική επιστήμη και πράξη από την απαιτούμενη προσαρμογή στη νέα αρίθμηση.

Αντίθετα, παρά την επιλογή της γενίκευσης της ρύθμισης και σε μη καταναλωτικές συμβάσεις, δεν υιοθετήθηκε η ενσωμάτωση της Οδηγίας 2019/770 στον Αστικό Κώδικα. Θα συνεπάγονταν, μεταξύ άλλων, εκτενείς τροποποιήσεις και νομοτεχνικές προκλήσεις που δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν σε εύλογο χρονικό διάστημα, λαμβανομένης υπόψη και της ανάγκης προσαρμογής στην Οδηγία. Για τον λόγο αυτό προκρίθηκε η δημιουργία ειδικού (εκτός του Αστικού Κώδικα κειμένου) αυτοτελούς νομοθετήματος.