
Μοιάζουν με μακρύ, λεπτό και απέριττο, με τον πιο ευθύ δρόμο προς την απόλαυση πάνω σε ένα άσπρο-κόκκινο καρό τραπεζομάντηλο και από ένα βαθύ πιάτο, ιδανικά σε συνδυασμό με λιγοστά έως ελάχιστα υλικά και με τοπικές ιδιαιτερότητες που διατρέχουν τον χάρτη της γειτονικής μας χώρας από τον βορρά μέχρι τον νότο.
Αν η Ιταλία είχε γραμμωτό κώδικα, αυτός θα ήταν σίγουρα μια δέσμη από σπαγγέτι. Για τους Ιταλούς δεν είναι απλώς τροφή, είναι ο συνδετικός ιστός μιας χώρας που διδάσκει με τον τρόπο της το πώς πρέπει να τρώγεται -αλλά και να παράγεται- η πάστα.
Με μια απλή βόλτα στο σουπερμάρκετ μπορεί κανείς να διαπιστώσει το πόσο σημαντικό κεφάλαιο είναι η πάστα στη καθημερινή διατροφή των Ιταλών απλά διασχίζοντας τους ατελείωτους διαδρόμους που είναι αποκλειστικά αφιερωμένοι σε αυτή καθώς και στα προϊόντα που την συνοδεύουν.
Η διαδρομή ξεκινά από το Γκρανιάνο, λίγο έξω από τη Νάπολη. Εκεί η μυρωδιά του σπαγγέτι είναι στην κυριολεξία στον αέρα. Φαντάσου μια πόλη σχεδιασμένη έτσι ώστε οι άνεμοι που κατεβαίνουν από τα βουνά Λατάρι και συναντούν την αύρα της θάλασσας να φυσάνε ακριβώς μέσα από τους δρόμους, στεγνώνοντας τα ζυμαρικά που κρέμονταν κάποτε σε ξύλινες βέργες σαν λευκές κουρτίνες.
Αυτό το «χάδι» του ανέμου είναι που έδωσε στα σπαγγέτι του Νότου τη θρυλική τους υφή. Όταν δοκιμάζεις μια μάρκα όπως η Garofalo ή η Di Martino, τρως την ιστορία ενός τόπου που έκανε την υγρασία επιστήμη για να μπορεί η σάλτσα να «γαντζώνεται» πάνω στο ζυμαρικό που δεν γλιστρούν ποτέ.
Ανεβαίνοντας προς τους λόφους του Αμπρούτσο, το σκηνικό αλλάζει. Εδώ τα σπαγγέτι γίνονται πιο στιβαρά, πιο «ορεινά». Η De Cecco, με την ιστορία της να ξεκινά από τους παλιούς νερόμυλους της περιοχής, έφερε την επανάσταση στεγνώνοντας τα ζυμαρικά αργά και σε χαμηλές θερμοκρασίες. Tα σπαγγέτι διατηρούν το χρώμα του ώριμου σιταριού και εκείνη την πολυπόθητη ελαφρώς τραχιά επιφάνεια.
Στην άλλη πλευρά, στο Μολίζε, εκεί που ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει, η La Molisana εκμεταλλεύεται το υψόμετρο. Το κρύο νερό των πηγών και ο καθαρός αέρας των βουνών δίνουν στο σπαγγέτι την ταυτότητα ενός τόπου που ξέρει να περιμένει.
Και μετά είναι η Τοσκάνη, όπου η οικογένεια Martelli στο μικρό χωριό Λάρι αποδεικνύει όττο μεράκι μιας χούφτας ανθρώπων, μια κίτρινη συσκευασία και μια παραγωγή τόσο περιορισμένη κάνει κάθε πακέτο μοιάζει με τρόπαιο. Εκεί το σπαγγέτι ζυμώνεται με κρύο νερό, αργά, όπως ακριβώς οι Ιταλοί απολαμβάνουν τη ζωή τους στρώνοντας μεγάλα τραπέζια στην εξοχή ή στις πλατείες.
Η πραγματική μαγεία όμως κρύβεται στην εμμονή για το al dente. Για έναν Ιταλό, το παραβρασμένο σπαγγέτι είναι προσωπική προσβολή που ισχύει στον ίδιο βαθμό από τα ακριβά στέκια του Μιλάνου έως τα παραθαλάσσια χαλαρά τοπόσημα για πάστα στη Σικελία.
Εταιρείες όπως η Rummo με την «αργή επεξεργασία» τους, έχουν καταφέρει να κάνουν το σπαγγέτι αλύγιστο στο χρόνο, μια υπόσχεση ότι ακόμα και αν κανείς αργήσει λιγάκι να καθίσει στο τραπέζι του μετά από μια μακρά συζήτηση με έντονες χειρονομίες, το φαγητό θα περιμένει άψογο.
H ουσία παραμένει η ίδια. Τα σπαγγέτι είναι μια καθημερινή ιεροτελεστία. Σε μια εποχή που όλα τρέχουν, ένα πιάτο καλομαγειρεμένα σπαγγέτι μας υπενθυμίζει ότι η αληθινή ευτυχία κρύβεται στην απλότητα, στην ποιότητα της πρώτης ύλης και στη χαρά τού να μοιράζεσαι το φαγητό με τους αγαπημένους σου.
Είναι η γεύση της Ιταλίας που, όπως και η τέχνη της, παραμένει αιώνια και αξεπέραστη.