Η Ακρόπολη δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένας αρχαιολογικός χώρος. Για τους διανοούμενους, τους συγγραφείς των περασμένων αιώνων αλλά και για πιο σύγχρονους καλλιτέχνες, ο Ιερός Βράχος λειτουργεί ως “κτίσμα” της ίδιας της ανθρώπινης δημιουργίας.
Ακολουθούν μαρτυρίες των σπουδαίων συγγραφέων και δημιουργών που αντίκρισαν τον Παρθενώνα και ένιωσαν την ανάγκη να αποτυπώσουν αυτό το δέος στο χαρτί, στο σχέδιο και αργότερα στη φωτογραφία.
Le Corbusier
Ο εμβληματικός αρχιτέκτονας του 20ού αιώνα επισκέφθηκε την Αθήνα το 1911, και η επαφή του με τον Παρθενώνα ήταν καθοριστική. Για εκείνον, το μνημείο δεν ήταν απλώς μια έκφανση της αρχιτεκτονικής, αλλά μια «καθαρή δημιουργία του πνεύματος». Στο έργο του Vers une architecture (Προς μια Αρχιτεκτονική), αναγνωρίζει στις δωρικές αναλογίες του Παρθενώνα την απόλυτη αρμονία και τη δύναμη της καθαρής μορφής.
Η επίσκεψη αυτή σφράγισε τον τρόπο που ο ίδιος προσέγγισε αργότερα τον μοντέρνο σχεδιασμό, αναζητώντας πάντα εκείνη την ακρίβεια και την ηρεμία που αντίκρισε στον αθηναϊκό λόφο.

Mark Twain
Ο Αμερικανός συγγραφέας του Χακλμπέρι Φιν έφτασε στην Αθήνα το 1867. Με το χαρακτηριστικό του χιούμορ αλλά και βαθιά συγκίνηση, περιέγραψε την Αθήνα υπό το φως του φεγγαριού.
Για τον Twain, η Ακρόπολη έμοιαζε με τόπο γεμάτο με σκιές του παρελθόντος ζωντανεύουν κάτω από το φως, δημιουργώντας μια εμπειρία που ξεπερνά τη συμβατική επίσκεψη σε μνημεία και αγγίζει το μυστήριο της ιστορίας.
Virginia Woolf
Η Woolf επισκέφθηκε την Ελλάδα σε μια εποχή προσωπικού πένθους. Η ματιά της στην Ακρόπολη είναι ιδιαίτερα ανθρώπινη αφού δεν εστιάζει απλώς στο δέος που νιώθει κανείς μπροστά στη θέαση των μαρμάρων, αλλά παρατηρεί τους Αθηναίους της εποχής της που ανέβαιναν στον λόφο το σούρουπο.
Για εκείνη, ο Παρθενώνας δεν ήταν ένα απομονωμένο αντικείμενο μελέτης, αλλά ένα κομμάτι της καθημερινότητας που γίνεται «ανθρώπινο και οικείο» μέσα από τη ζωή των ανθρώπων που το περιβάλλουν.

Sigmund Freud
Ο πατέρας της ψυχανάλυσης επισκέφθηκε την Ακρόπολη σε ηλικία 48 ετών. Στο γνωστό κείμενό του Μια διαταραχή της μνήμης στην Ακρόπολη, περιγράφει μια παράξενη αίσθηση δυσπιστίας που τον κατέκλυσε: δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό που έβλεπε μπροστά του ήταν πραγματικό.
Ο Freud ερμήνευσε αυτή τη στιγμή ως μια συναισθηματική σύγκρουση, όπου το μεγαλείο του παρελθόντος εισέβαλε στην πραγματικότητα της παιδικής του ηλικίας, αποδεικνύοντας ότι το μνημείο λειτουργεί ως καταλύτης για την ίδια την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση.
Hans Christian Andersen
Ο Δανός παραμυθάς έφτασε στην Αθήνα το 1841 και η εμπειρία του ήταν βαθιά λυρική. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του, επισκεπτόταν τον Παρθενώνα σχεδόν καθημερινά, ακόμη και την ημέρα των γενεθλίων του.
Ουσιαστικά μετέτρεψε την Ακρόπολη σε ένα καταφύγιο για την ψυχή του, σημειώνοντας πως εκεί, ανάμεσα στις αρχαίες κολόνες, ένιωθε ότι η φύση και η τέχνη ζητούσαν ανάπαυση. Για τον Andersen, ο Ιερός Βράχος ήταν μια εμπειρία που ευχήθηκε να μπορούσε να μοιραστεί με όλους τους αγαπημένους του ανθρώπους.
Robert McCabe
Και αν οι συγγραφείς και οι διανοούμενοι των περασμένων αιώνων προσπάθησαν να αποτυπώσουν το δέος που προκαλεί η Ακρόπολη μέσα από τον λόγο, ο Αμερικανός φωτογράφος Robert McCabe το έπραξε μέσα από τον φακό του.
Μέσα από το ασπρόμαυρο, και αργότερα έγχρωμο, φιλμ του, αποτύπωσε την Ακρόπολη ως τον απόλυτο καθρέφτη της ελληνικής ταυτότητας και της αλλαγής του αθηναϊκού τοπίου. Οι λήψεις του διατηρούν εκείνη την «καθαρή δημιουργία του πνεύματος» που θαύμασε ο Le Corbusier, αλλά προσθέτουν μια νοσταλγική οικειότητα, θυμίζοντάς μας ότι το μνημείο είναι ένας ζωντανός οργανισμός που στέκει πάνω από την πόλη, παρατηρώντας την εξέλιξή της.
Κάθε ένας από αυτούς τους μεγάλους δημιουργούς βρήκε στον Παρθενώνα κάτι διαφορετικό, ο Le Corbusier την τέλεια αναλογία, ο Freud την ψυχολογική ανάταση, ο Twain το μυστήριο, η Woolf την σημασία του ανθρώπινου στοιχείου, ο Andersen την ψυχική μέσα από την αισθητική παρηγοριά και ο McCabe τo μεγαλείο της οικειότητας μιας αστικής συνέχειας.