
Μαζί της, όμως, αυξάνονται και οι κυβερνοαπειλές, οι οποίες γίνονται πιο σύνθετες, πιο στοχευμένες και πιο δύσκολες στην αντιμετώπιση. Το μεγάλο στοίχημα για τις ΜμΕ δεν είναι πλέον μόνο να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες της AI, αλλά να το κάνουν με τρόπο ασφαλή, προστατεύοντας τα δεδομένα, τη φήμη και τη συνέχεια της λειτουργίας τους.
Οι κυβερνοεπιθέσεις γίνονται καθημερινότητα
Η εικόνα που προκύπτει από τον Δείκτη Ετοιμότητας Κυβερνοασφάλειας για Μικρές και Μεσαίες Επιχειρήσεις 2026 της ESET είναι αποκαλυπτική. Σχεδόν μία στις δύο επιχειρήσεις (45%) δηλώνει ότι αντιμετώπισε τουλάχιστον ένα περιστατικό κυβερνοασφάλειας μέσα στους τελευταίους δώδεκα μήνες, ενώ το 14% βρέθηκε αντιμέτωπο με περισσότερες από μία επιθέσεις.
Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν ότι οι κυβερνοεγκληματίες δεν στοχεύουν πλέον αποκλειστικά πολυεθνικές εταιρείες ή μεγάλους οργανισμούς. Αντίθετα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται ολοένα και περισσότερο στο στόχαστρο, καθώς συχνά διαθέτουν περιορισμένους πόρους, μικρότερες ομάδες πληροφορικής και λιγότερο ώριμες διαδικασίες ασφαλείας.
Δεν είναι τυχαίο ότι το 61% των επιχειρήσεων δηλώνει πως ανησυχεί έντονα για τις κυβερνοεπιθέσεις, ενώ το 75% εκτιμά ότι ο κυβερνοπόλεμος και οι διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τη λειτουργία και τη βιωσιμότητά τους.
Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για την Ελλάδα, όπου οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα του επιχειρηματικού ιστού και στηρίζουν μεγάλο μέρος της απασχόλησης και της οικονομικής δραστηριότητας.
Η τεχνητή νοημοσύνη φέρνει ευκαιρίες αλλά και νέους κινδύνους
Η είσοδος της τεχνητής νοημοσύνης στην καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων αλλάζει τα δεδομένα. Εργαλεία δημιουργίας περιεχομένου, αυτοματοποίησης εργασιών, εξυπηρέτησης πελατών και ανάλυσης δεδομένων χρησιμοποιούνται πλέον ευρέως, ακόμη και από μικρές εταιρείες που μέχρι πρόσφατα δεν διέθεταν τέτοιες δυνατότητες.
Ωστόσο, η ίδια τεχνολογία αξιοποιείται και από τους επιτιθέμενους. Κακόβουλο λογισμικό που αξιοποιεί AI, ιδιαίτερα πειστικές επιθέσεις ηλεκτρονικού ψαρέματος (phishing), αυτοματοποιημένες επιθέσεις και ψεύτικο περιεχόμενο (deepfakes) διαμορφώνουν ένα εντελώς διαφορετικό τοπίο απειλών.
Δεν προκαλεί έκπληξη ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δηλώνουν πως η μεγαλύτερη ανησυχία τους αφορά ακριβώς το κακόβουλο λογισμικό που αξιοποιεί τεχνητή νοημοσύνη, ακόμη κι αν οι συγκεκριμένες επιθέσεις βρίσκονται ακόμη σε σχετικά πρώιμο στάδιο.
Παράλληλα, νέα φαινόμενα όπως το λεγόμενο Shadow AI, δηλαδή η ανεξέλεγκτη χρήση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης από εργαζόμενους χωρίς την έγκριση ή επίβλεψη της επιχείρησης, δημιουργούν πρόσθετους κινδύνους διαρροής ευαίσθητων πληροφοριών και εταιρικών δεδομένων.
Η κυβερνοασφάλεια γίνεται επένδυση και όχι κόστος
Παρά τις προκλήσεις, η έρευνα καταγράφει μια πιο ώριμη στάση των επιχειρήσεων απέναντι στην κυβερνοασφάλεια.
Το 68% δηλώνει ότι αισθάνεται πλέον ικανό να αποτρέπει κυβερνοεπιθέσεις, ενώ το 75% θεωρεί ότι διαθέτει την απαραίτητη ανθεκτικότητα ώστε να διαχειριστεί αποτελεσματικά ένα περιστατικό ασφαλείας.
Ανάλογη εικόνα εμφανίζεται και στο επίπεδο των επενδύσεων. Το 65% των επιχειρήσεων δηλώνει ικανοποιημένο από τον προϋπολογισμό που διαθέτει για την κυβερνοασφάλεια, ενώ ένα επιπλέον 15% εμφανίζεται ακόμη πιο θετικό. Παράλληλα, μόλις το 11% εξακολουθεί να λειτουργεί με ένα βασικό επίπεδο προστασίας, στοιχείο που δείχνει ότι ολοένα και περισσότερες ΜμΕ επενδύουν σε πιο ολοκληρωμένες λύσεις ασφαλείας.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή την αλλαγή φαίνεται πως διαδραματίζουν οι αυξημένες απαιτήσεις συμμόρφωσης, η ανάγκη ασφάλισης έναντι κυβερνοκινδύνων, αλλά και η συνειδητοποίηση ότι το μέγεθος μιας επιχείρησης δεν αποτελεί πλέον παράγοντα προστασίας απέναντι στους κυβερνοεγκληματίες.
Ο ανθρώπινος παράγοντας παραμένει η μεγαλύτερη πρόκληση
Η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί για να προστατεύσει μια επιχείρηση. Το ανθρώπινο λάθος εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αιτίες επιτυχημένων κυβερνοεπιθέσεων.
Γι’ αυτό και το 87% των επιχειρήσεων θεωρεί την εκπαίδευση των εργαζομένων κρίσιμο παράγοντα για την κυβερνοανθεκτικότητα. Μάλιστα, οι δύο στις τρεις επιχειρήσεις πραγματοποιούν εκπαιδεύσεις περισσότερες από μία φορές τον χρόνο, ενώ μόλις το 6% περιορίζεται σε βασικά προγράμματα ενημέρωσης και μόνο το 2% δεν παρέχει καθόλου σχετική εκπαίδευση.
Εξίσου ενθαρρυντικό είναι ότι περισσότερες από μία στις τρεις επιχειρήσεις ολοκληρώνουν τη διερεύνηση περιστατικών ασφαλείας μέσα σε δύο εβδομάδες, γεγονός που δείχνει βελτίωση στις διαδικασίες απόκρισης.
Η πρόκληση για τις ελληνικές ΜμΕ
Από την άλλη πλευρά, η Check Point Software Technologies επισημαίνει ότι η πραγματική πρόκληση δεν βρίσκεται στην ίδια την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά στην ταχύτητα με την οποία οι επιχειρήσεις την υιοθετούν, χωρίς να αναπτύσσουν αντίστοιχους μηχανισμούς προστασίας.
Η διαπίστωση αυτή αφορά ιδιαίτερα την ελληνική αγορά. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας, επενδύοντας ολοένα περισσότερο σε ψηφιακά εργαλεία για να ενισχύσουν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητά τους. Όμως, όσο αυξάνεται η εξάρτηση από τις ψηφιακές τεχνολογίες, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η ανάγκη για αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων.
Η κυβερνοασφάλεια παύει πλέον να αποτελεί αποκλειστικά ζήτημα των τμημάτων πληροφορικής. Μετατρέπεται σε στρατηγική επιχειρηματική προτεραιότητα, άμεσα συνδεδεμένη με τη φήμη, την εμπιστοσύνη των πελατών και τη βιωσιμότητα κάθε επιχείρησης.
Για τις ελληνικές ΜμΕ, που καλούνται να επιταχύνουν τον ψηφιακό τους μετασχηματισμό μέσα σε ένα ολοένα πιο αβέβαιο περιβάλλον, η πρόκληση δεν είναι αν θα επενδύσουν στην τεχνητή νοημοσύνη, αλλά αν θα μπορέσουν να την αξιοποιήσουν με ασφάλεια…