Επιχειρήσεις

Από τη Λέσβο στην υψηλή γαστρονομία της Γερμανίας: Το ταξίδι της Jordan Olivenöl

Το Πλωμάρι, οι ελαιώνες και μια αλλιώτικη “εκμάθηση ελληνικότητας” 

Η δράση τους αναπτύσσεται σε μια περιοχή που έχει καταφέρει να μείνει ανέγγιχτη από τον μαζικό τουρισμό, εκεί όπου ο ελαιώνας αποτελεί τον κύριο πνεύμονα της τοπικής οικονομίας και η καθημερινότητα ορίζεται ακόμα από την παράδοση και το μεράκι. Για τον Bastian, το ελαιόλαδο δεν είναι απλώς ένα ποιοτικό προϊόν που ταξιδεύει σε ένα μακρινό ράφι, αλλά η ίδια η ιστορία της οικογένειάς του, η οποία ξεκινά από μια βαθύτερη ανάγκη για ρίζες αλλά και για εξερεύνηση, για ταξίδια αλλά και για επιστροφή, για αλήθεια και χώμα.

Ο Bastian, με μάτια που διαρκώς λάμπουν τοποθετεί την έναρξη της αφήγησης του στο 1973. Σε μια εποχή που ο κόσμος έψαχνε τις τότε σύγχρονες ανέσεις πίσω από τις τουριστικές καρτ ποστάλ, οι παππούδες του, άνθρωποι που προέρχονταν από τον χώρο της μόδας και των ιδιόκτητων μπουτίκ στο Ντίσελντορφ, το «Μικρό Παρίσι» της Γερμανίας όπως το ονομάζει, αναζητούσαν ένα μέρος αγνό και ανέγγιχτο.  

Βρίσκοντας λοιπόν έναν ταξιδιωτικό οδηγό που τους υποσχέθηκε ακριβώς αυτό, η γιαγιά και η μητέρα του βρέθηκαν για πρώτη φορά στο Πλωμάρι. Τότε οι τουρίστες στην περιοχή δεν ήταν ένα συχνό “φαινόμενο” με αποτέλεσμα οι ντόπιοι να τις κοιτούν σαν αξιοθέατο, φωνάζοντας στον δρόμο «ώ, να οι τουρίστες!», με εκείνη την αγνή, ξαφνιασμένη έκφραση των ανθρώπων που δεν έχουν μάθει να πουλάνε την ομορφιά του τόπου τους, αλλά να τη μοιράζονται.

Η οικογένεια συνέχισε να επιστρέφει. Έμαθαν την ελληνική γλώσσα ακούγοντας ξανά και ξανά  κασέτες παλιάς κοπής για την εκμάθηση της γλώσσας όχι από υποχρέωση αλλά από σεβασμό και θέρμη. Δοκίμασαν κι άλλα μέρη, όμως η καρδιά τους είχε ήδη ριζώσει στις πλαγιές της Λέσβου.

Μια επιχείρηση που χτίστηκε με αυθορμητισμό, νοστιμιά και θέρμη  

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, οι παππούδες αποφάσισαν να αφήσουν πίσω τους την αστική ζωή και την Γερμανία, αγόρασαν ένα κομμάτι γης, χωρίς ρεύμα, χωρίς νερό, χωρίς τηλέφωνο. Έχτισαν ένα σπίτι από πέτρα και ξύλο και πάλεψαν χρόνια με τη γραφειοκρατία για να φτάσει το καλώδιο του ρεύματος στο κτήμα πληρώνοντας καμιά φορά σε είδος, με το ίδιο τους το λάδι.

Ο Bastian ως παιδί συνήθιζε να σκαρφαλώνει στα ίδια δέντρα που έγιναν αφετηρία της δουλειάς και της ζωής του. Όταν ήρθε η ώρα των σπουδών στη Γερμανία, η Henkel και τα οικονομικά έμοιαζαν με το προφανές μονοπάτι. Όμως το μυαλό του ήταν πάντα πίσω, στις ελιές του παππού. Εκείνες που ο παππούς μάζευε με μια ρομαντική εμμονή. 

Απορρίπτοντας τον τοπικό συνεταιρισμό όταν είδε τις φρέσκες του ελιές να ρίχνονται σε έναν τεράστιο σωρό μαζί με άλλες που μάλλον παρέμεναν εκεί για μέρες, βρήκε ένα μικρό, ιδιωτικό ελαιοτριβείο για να διατηρήσει το λάδι του καθαρό, ζωντανό, ικανό να ανασαίνει τον κόπο της ημέρας.

Στο πρώτο εκείνο λάδι που ταξίδεψε στη Γερμανία μέσα σε γυάλινα μπουκάλια νερού, χωρίς λογότυπα, χωρίς στρατηγική, χωρίς marketing. Μόνο με τη δύναμη της γεύσης του όταν ο πατέρας του, το πήγε σε έναν βραβευμένο με δύο αστέρια Michelin σεφ. Εκείνος ενθουσιάστηκε, το σύστησε στην ένωση των σεφ στην οποία ανήκε ανοίγοντας την ζήτηση από στόμα σε στόμα.

Η συνέχεια γράφτηκε με εξαντλητική δουλειά, από αυτή που μόνο αν είσαι νέος και δεν έχεις τίποτα να χάσεις μπορείς να αντέξεις. Και η πρώτη μεγάλη παραγγελία από τη Henkel ήταν που συσκευάστηκε μέσα στην καρδιά του χειμώνα και το γκαράζ, με την πόρτα ανοιχτή μέσα στο χιόνι για να υπάρχει φως, και τα χέρια να ξυλιάζουν πάνω από τα χαρτόκουτα. Ήταν μια εποχή γεμάτη αυθορμητισμό, όπου κάθε βήμα γινόταν βιωματικά. 

Γαστρονομικές ενημερώσεις “Powered by Jordan Olive Oil”

Η είσοδος στη γαστρονομία έγινε καθώς ο Bastian επισκεπτόταν προσωπικά κάθε αξιόλογο εστιατόριο στη Γερμανία. Σε μια εποχή που τα εστιατόρια Michelin στη χώρα αυξάνονταν αλματωδώς και η μαγειρική κουλτούρα άλλαζε μαζί με τη δημοφιλία των σεφ, συνήθιζε να κρατά τη βάση δεδομένων του ενημερωμένη και να τροφοδοτεί με φρέσκα νέα έναν ανεξάρτητο διαδικτυακό οδηγό εστιατορίων. 

Ο δημιουργός του, εκτιμώντας την ανιδιοτελή βοήθεια, τοποθέτησε στην ιστοσελίδα το σήμα “Powered by Jordan Olive Oil”, σφραγίζοντας έτσι μια συνεργασία που άνοιξε τις πόρτες της υψηλής γαστρονομίας.

Σήμερα, το Jordan Olive Oil αποτελεί μια γέφυρα ανάμεσα στη Λέσβο και τη Γερμανία, αλλά η φιλοσοφία του παραμένει ακριβώς η ίδια. Δεν είναι μια επιχείρηση, είναι ο τρόπος με τον οποίο η οικογένεια επιλέγει να υπάρχει στον κόσμο. Αυτή η βαθιά σύνδεση με τη γη γέννησε και το “Freaks to Table” (πρώην JRE Origins), ένα δίκτυο ανθρώπων που αρνούνται να δουν το φαγητό ως βιομηχανικό προϊόν και παλεύουν για την διαφάνεια και τους τρόπους του τομέα της παραγωγής και της διάθεσής της στην αγορά.

Οι αξίες της Λέσβου έγιναν βίωμα και στάση ζωής. Ειδικά όταν το 2015 το νησί δέχτηκε πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες, η οικογένεια είδε τη δυστυχία κατάματα, αλλά είδε και την ψυχραιμία των ντόπιων. Είδε τις γυναίκες του νησιού να προσφέρουν τις χειροποίητες κουβέρτες τους, μια παράδοση αιώνων σε ένα νησί που λόγω γεωγραφίας ξέρει καλά τι σημαίνει ξεριζωμός. 

Κι έτσι, ο κύκλος επιστρέφει για να διευρυνθεί εκ νέου πάντα εκεί που άνοιξε. Στο Πλωμάρι, δίπλα στο κύμα, με ένα πιάτο φρέσκο ψάρι που περιχύνεται με το τοπικό λάδι κι ένα ποτηράκι με ούζο. Ένα ποτήρι που όπως λέει ο Bastian δεν μπορεί να έχει την ίδια γεύση ούτε στην Γερμανία, ούτε πουθενά αλλού στον κόσμο. 

Παρα μόνο εκεί, στη Λέσβο όπου και η κόρη του πλέον μαγειρεύει “ouzo pasta”, παντρεύοντας τις γερμανικές της ρίζες με τη νοστιμιά των οικογενειακών ελαιώνων, του γλυκάνισου και τις αξίες ενός μεστού τρόπου ζωής.