
Με το που δρασκελίζουμε το κατώφλι ενός σύγχρονου και προσεγμένου ξενοδοχείου, ενός καταλύματος, ενός “καταφυγίου” όπως συνηθίζουμε να λέμε στις αντίστοιχες περιπτώσεις, η εμπειρία μας έχει επί της ουσίας ήδη ξεκινήσει να διαμορφώνεται, όχι απλά με όσα αντικρίζουμε, αλλά πολύ περισσότερο από όσα συλαμβάνουμε με τις υπόλοιπες μας αισθήσεις.
Μια διακριτική νότα από γιασεμί, λεμονανθούς, περγαμόντο ή λευκό τσάι στο lobby ή στους κοινόχρηστους χώρους, είναι εκείνη η ανεπαίσθητη στιγμή, όπου η όσφρηση λειτουργεί συλλαμβάνοντας ένα απαλό, χαρακτηριστικό άρωμα που μοιάζει να συζεί στο χώρο με τους τοίχους και τα υφάσματα, τα έπιπλα και τους πίνακες τυλίγοντάς μας σε μια αίσθηση οικειότητας και φροντίδας.
Αυτή η αρωματική ταυτότητα δεν είναι διόλου τυχαία. Αποτελεί το επιστέγασμα μιας προσεκτικής μελέτης, όπου η σύγχρονη τάση του Scent Marketing συναντά την ανάγκη για διαφοροποίηση και τη δημιουργία μιας αλησμόνητης, συναισθηματικής και εύκολα αναγωρίσιμης στο μέλλον σύνδεσης με τον επισκέπτη.
Το φαινόμενο τα οσφρητικά ερεθίσματα να ταξιδεύουν γρηγορότερα και βαθύτερα στον εγκέφαλό μας, είναι γνωστό και ως το «φαινόμενο Προυστ», από το πολύτομο βιβλίο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ, όπου μερικές μπουκιές από μια γλυκιά μαντλέν γίνονται βουτιές στις αναμνήσεις του ήρωα.
Βέβαια, σήμερα η γνωστή σε πλείστους βιβλιόφιλους σκηνή βρίσκει αντίκρισμα στη νευροεπιστήμη που έχει αποδείξει ότι οι οσφρητικές αναμνήσεις είναι συχνά πιο ζωντανές και πιο έντονα συνδεδεμένες με το συναίσθημα σε σχέση με εκείνες που ενεργοποιούνται μέσω των υπόλοιπων αισθήσεων.
Έτσι, ένα μοναδικό με την κυριολεκτική έννοια, custom-made άρωμα, σχεδιασμένο αποκλειστικά για να αφηγείται άρρητα την ιστορία του συγκεκριμένου χώρου, μετατρέπεται σε έναν σιωπηλό, αόρατο μα και πολύ ισχυρό πρεσβευτή της ταυτότητάς του.
Φανταστείτε, για παράδειγμα, ένα παραθαλάσσιο θέρετρο που μας καλωσορίζει με την αναζωογονητική αύρα της θαλασσινής αλμύρας, μπλεγμένη με διακριτικές νότες, λεμονιού και σύκου, μεταφέροντάς μας αμέσως στην καρδιά του ελληνικού καλοκαιριού.
Αντίστοιχα, ένα ορεινό “καταφύγιο” μπορεί να ποντάρει στη ζεστασιά και την οικειότητα, αναδύοντας γήινα, στιβαρά αρώματα κέδρου και σανδαλόξυλου, ίσως και με μια υποψία πικάντικης κανέλας, που ξυπνούν σπιτικές χειρινές αναμνήσεις μπροστά στο τζάκι.
Ακόμα και σε ένα σύγχρονο, αστικό ξενοδοχείο, οι καθαρές, “πράσινες” νότες τσαγιού ή η εκλεπτυσμένη κομψότητα του γιασεμιού μπορούν να δημιουργήσουν μια αίσθηση ηρεμίας και αναζωογόνησης μέσα στη βοή της πόλης.
Η οσφρητική παλέτα λειτουργεί ως ένας κώδικας που αποτυπώνεται ανεξίτηλα στη μνήμη μας, συνδέοντας αστραπιαία τη μυρωδιά με την ηρεμία, την πολυτέλεια ή την αυθεντικότητα που βιώσαμε στο παρελθόν, δημιουργώντας μια σύνδεση, μια σχέση που μας προσκαλεί σιωπηλά να επιστρέψουμε.
Η αισθητηριακή αφήγηση βέβαια πλαισιώνεται με την απαλή μελωδική φροντίδα, με τη μουσική επένδυση που ολοκληρώνει “αρχιτεκτονικά” την ατμόσφαιρα των μη ορατών στοιχείων.
Μια προσεκτικά επιλεγμένη playlist, που ρέει αρμονικά,προσαρμοζόμενη στην ώρα της ημέρας και στον ιδιαίτερο χαρακτήρα κάθε χώρου, δημιουργεί το κατάλληλο “mood” για χαλάρωση και κοινωνικότητα. Αυτή η μουσική συνοδεία δεν επηρεάζει μόνο τη διάθεσή μας, αλλά και την αντίληψή μας για τον χρόνο.
Έχει τη δύναμη να μετατρέψει μια μικρή αναμονή στη reception σε μια ευχάριστη στιγμή παύσης και ευχάριστης ανυπομονησίας, ενισχύοντας παράλληλα την αίσθηση ότι έχουμε βρεθεί σε ένα πλέον κατάλληλο μέρος.
Επίσης η αίσθηση φρεσκάδας που προκύπτει από τα εξειδικευμένα απορρυπαντικά, μας υποδέχεται στο δωμάτιο και η σιγουριά ότι κάθε γωνιά έχει φροντιστεί με σχολαστικότητα προσδίδουν μια αίσθηση ασφάλειας και λειτουργούν ως επιστέγασμα μιας δυνατής αρωματικής ταυτότητας στον χώρο.
Τα αισθητηριακά βιώματα δεν καταγράφουν απλώς έναν τόπο ή έναν χώρο, καταγράφουν το πώς μας έκανε να αισθανθούμε. “Αφήνουν το άρωμα τους” και συνδιαμορφώνουν μια εμπειρία που μας γαληνεύει, μας εμπνέει και μας συνοδεύει με το πέρας της, προσκαλώντας μας να την ξαναζήσουμε.