Επιχειρήσεις

Το Management του ‘40: Το «Amat Victoria Curam», η ενίσχυση των logistics & η γεωγραφία ως στρατηγικός πόρος

Μεγάλα χρηματικά ποσά δαπανήθηκαν για τον επανεξοπλισμό του στρατού, αλλά λόγω της αυξανόμενης απειλής και του ενδεχόμενου ξεσπάσματος πολέμου, οι σημαντικότερες ξένες αγορές από το 1938 έως το 1939 παραδόθηκαν μόνο εν μέρει ή καθόλου. Αναπτύχθηκε ένα τεράστιο σχέδιο έκτακτης ανάγκης και μεγάλες ποσότητες τροφίμων και εξοπλισμού αποθηκεύτηκαν σε πολλά μέρη της χώρας ως προφύλαξη σε περίπτωση πολέμου. 

Μετά την ιταλική κατοχή της Αλβανίας την άνοιξη του 1939, το ελληνικό Γενικό Επιτελείο ετοίμασε το σχέδιο «IB» (Ιταλία-Βουλγαρία), προβλέποντας μια συνδυασμένη επίθεση από την Ιταλία και τη Βουλγαρία. Δεδομένης της συντριπτικής υπεροχής μιας τέτοιας συμμαχίας σε ανθρώπινο δυναμικό και υλικό, το σχέδιο προέβλεπε μια καθαρά αμυντική στρατηγική, συμπεριλαμβανομένης της σταδιακής υποχώρησης των ελληνικών δυνάμεων στην Ήπειρο προς τη γραμμή Άραχθος – Μέτσοβο – Αλιάκμονας – Βέρμιο , για να κερδηθεί χρόνος για την ολοκλήρωση της επιστράτευσης. 

Με την ολοκλήρωση της μερικής κινητοποίησης των συνοριακών σχηματισμών, το σχέδιο αναθεωρήθηκε με τις παραλλαγές “IBa” (1 Σεπτεμβρίου 1939) και “IBb” (20 Απριλίου 1940). Αυτές τροποποίησαν τον ρόλο της κύριας ελληνικής δύναμης στην περιοχή, της 8ης Μεραρχίας Πεζικού (Υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος). Το σχέδιο “IB” προέβλεπε την κάλυψη του αριστερού πλευρού του κύριου όγκου των ελληνικών δυνάμεων στη δυτική Μακεδονία, ασφαλίζοντας το πέρασμα του Μετσόβου και εμποδίζοντας την είσοδο στην Αιτωλοακαρνανία. 

Το “IBa” διέταξε την κάλυψη των Ιωαννίνων και την άμυνα της γραμμής του ποταμού Καλαμά. Ο Κατσιμήτρος είχε την διακριτική ευχέρεια να επιλέξει την αμυντική γραμμή και επέλεξε τη γραμμή Καλπακίου, η οποία βρισκόταν κατά μήκος του κύριου άξονα εισβολής από την Αλβανία και του επέτρεπε να χρησιμοποιήσει τους βάλτους του Καλαμά για να εξουδετερώσει την ιταλική απειλή των αρμάτων μάχης. Το ελληνικό Γενικό Επιτελείο παρέμεινε επικεντρωμένο στη Βουλγαρία ως τον κύριο πιθανό εχθρό του: από τα 851  εκατομμύρια δραχμές που δαπανήθηκαν για οχυρώσεις μεταξύ Απριλίου 1939 και Οκτωβρίου 1940, μόνο 82  εκατομμύρια δόθηκαν στα αλβανικά σύνορα και τα υπόλοιπα στη Γραμμή Μεταξά και σε άλλα έργα στα βορειοανατολικά.

Η «Γραμμή Μεταξά» αποτελείται από 21 μόνιμα οχυρά και εκατοντάδες ημιμόνιμα και επιφανειακά, που φράσουν τις υποχρεωτικές διαβάσεις, από το Βουλγαρικό έδαφος προς την Ελλάδα.. Εκτείνονταν σε μήκος 215 χλμ. μεθοριακής γραμμής και έχουν τα ονόματα Ρούπελ, Ιστίμπει, Λύσσε, Νυμφαία κ.α. Τα οχυρά έγιναν για να αντιμετωπίσει ο ελληνικός στρατός τους Βουλγάρους, που είχαν πάγια τακτική την κατάκτηση ελληνικής γης και την έξοδο τους στο Αιγαίο. 

Ο κίνδυνος θα μπορούσε να προέλθει επίσης και στην περίπτωση που θα επιτίθεντο στην Ελλάδα οι Γερμανοί, και οι Βούλγαροι επωφελούμενοι από την επίθεση του Αξονος θα επετίθεντο και αυτοί. Δεν πρέπει να λησμονείται η ασαφής θέση της Βουλγαρίας κατά τον Β’ Π. Πόλεμο, η γνωστή θέση της έναντι της Γερμανίας στον πρώτο Π.Πόλεμο και η τελική προσχώρησή της στον Αξονα, την 1 Μαρτίου 1941, δηλαδή 46 μέρες πριν επιτεθούν οι Γερμανοί στην Ελλάδα. 

Ονομάσθηκε «Γραμμή Μεταξά» όχι μόνο γιατί στο μεγαλύτερο μέρος της κατασκευάστηκε στη διάρκεια της 4ης Αυγούστου, αλλά γιατί και ο ίδιος ο Μεταξάς, που είχε σχεδιάσει τις μάχες του Β’ Βαλκανικού Πολέμου, το καλοκαίρι του 1913, είχε γνωρίσει από κοντά την φυσική μορφή της περιοχής και την αδυναμία των εκτεταμένων συνόρων της Ελλάδος προς την Βουλγαρία. Η κατασκευή τους είχε αρχίσει το 1914, με σχέδια του Αντισυνταγματάρχη τότε, Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος είχε εκπονήσει τη μελέτη τους, ως Διευθυντής της Β’ Επιτελικής Διεύθυνσης. Ο Μεταξάς για να παρακολουθήσει την εξέλιξη των εργασιών το 1939 που όταν άρχισαν τα έργα, επισκέφθηκε τα εργοτάξια ο ίδιος προσωπικά, με άκρα μυστικότητα. 

Ακόμα και οι εργάτες που τα έσκαψαν προέρχονταν από την Πελοπόννησο και άλλες μακρινές περιοχές ώστε να μην γνωρίζουν, σε ποιό σημείο της Ελλάδας γίνονταν τα οχυρά  και από αυτούς να διαρρεύσει το μυστικό της κατασκευής τους. Το σχέδιο επέτυχε και οι Γερμανοί βρέθηκαν προ εκπλήξεων. Τεράστιο όγκοι χώματος μετακινήθηκαν, χαράδρες εξαφανίστηκαν,  και το έδαφος έχασε την μορφή που είχε. Δύο -τρείς σειρές  συρματόπλεγμα κύκλωνε το κάθε οχυρό και καμουφλαρίστηκε. Ολο το έργο έγινε από ελληνικά χέρια, με ελληνικά υλικά τα τσιμέντα Τιτάν και από Ελληνες αξιωματικούς.

Παρελήφθησαν 23.000 πλήρη βλήματα διατρητικά-τροχιοδεικτικά, 12.000 βλήματα διατρητικά-μη τροχιοδεικτικά, 7.000 εκρηκτικά καθώς και 1.200 βλήματα ασκήσεων. Στα αντιαρματικά τυφέκια η παραγγελία των 1786 τυφεκίων των 14χιλ. δεν ικανοποιήθηκε και μόλις 22 από αυτά έφτασαν στα χέρια των ανδρών μας. Την ίδια στιγμή η Εφορία Υλικού Πολέμου κατάφερε να διασκευάσει 10.000 παλαιά βλήματα πεδινού πυροβολικού σε αντιαρματικά για τα πυροβόλα των 75χιλ και 40.000 βλήματα για οργάνωση αντιαρματικών ναρκοπεδίων. Το συνολικό κόστος της δαπάνης για το υλικό που αγοράστηκε ανήλθε στο 1.454.276.129 δραχμές.

Στα Υλικά Αρμοδιότητος Πεζικού παρελήφθησαν 50.000 βραχύκαννα τυφέκια τύπου Μάουζερ των 7.92χιλ με τα ανάλογα ανταλλακτικά τους όπως και 400 οπλοπολυβόλα τύπου Χότσκις των 7.92 του Γαλλικού Στρατού, βαρύτερα από τα αντίστοιχα του Ελληνικού Στρατού. Μαζί με αυτά και 200 οπλοπολυβόλα Χότσκις των 7.92 με τρίποδες πολυβόλων Σεντ Ετιέν 800 τον αριθμό και 121 τηλέμετρα. Πληθώρα ανταλλακτικών και παρελκομένων αγοράστηκαν για όλα τα πολυβόλα του Πεζικού. Μαζί με αυτά παρελήφθησαν και πιστόλια φωτοβολίδων και παράλληλα ανακατασκευάστηκαν σχεδόν όλα τα παλαιά και προβληματικά όπλα τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ως εκπαιδευτικά και εφεδρικά.

Όσον αφορά την Επιμελητεία (logistics ή εφοδιαστική αλυσίδα σήμερα), τη νομή και τα εφόδια, τα υλικά αυτοκινήτων, τα υλικά χημικού πολέμου, τα μηχανήματα και τα εργαλεία, το υλικό μετεωρολογικής υπηρεσίας, τον στρατωνισμό και τον ιματισμό ο επανεξοπλισμός υπήρξε ολοκληρωτικός. Οι άδειες αποθήκες, της προηγούμενης δεκαετίας, κυριολεκτικά γέμισαν. Αντιασφυξιογόνες μάσκες από τη Γερμανία και τη Γαλλία διανεμήθηκαν στις μονάδες. Νέες προμήθειες αυτοκινήτων και υλικών αυτοκινήτων, όπως και μεταφορικών μέσων για τα πυροβόλα.

Αγορές σε φυσίγγια τυφεκίων, πολυβόλων και οπλοπολυβόλων συμπλήρωσαν τα μεγάλα κενά στους Πίνακες Οργάνωσης και Υλικού της προηγούμενης δεκαετίας. Αγοράστηκαν όλμοι των 81χιλ με σάγματα μεταφοράς πυρομαχικών και θωράκια ολμοβολείων. Παρελήφθησαν 145.760 βλήματα έναντι 245.760 παραγγελθέντων με 1.500 βλήματα ασκήσεων έναντι 4.500 παραγγελθέντων. Συνολικά δαπανήθηκαν σχεδόν 1 δισεκατομμύριο δραχμές για αγορά πυρομαχικών πεζικού.
Για υλικά επιστρατεύσεως δαπανήθηκαν 1.545.000.000 δραχμές και για υλικά γενικής εφεδρείας 1.126.000.000 και για κατασκευές αποθηκών, δρόμων, και λοιπών υλικών του στρατεύματος άλλα 1.897.000.000 δραχμές. Συνολικά, εδόθησαν περισσότερα από 9.750.000.000 σε δύο έτη.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Ιταλός πρέσβης Εμμανουήλ Γκράτσι ξύπνησε τον Έλληνα πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά και του υπέβαλε τελεσίγραφο. Ο Μουσολίνι απαίτησε ελεύθερη διέλευση για τα στρατεύματά του ώστε να καταλάβουν απροσδιόριστες «στρατηγικές τοποθεσίες» εντός ελληνικού εδάφους.

Η Ελλάδα ήταν “φιλική” προς την Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, επωφελούμενη ιδιαίτερα από τις αμοιβαίες εμπορικές σχέσεις, αλλά τώρα η σύμμαχος της Γερμανίας, η Ιταλία, επρόκειτο να εισβάλει στην Ελλάδα (εν αγνοία του Χίτλερ) εν μέρει για να αποδείξει ότι οι Ιταλοί μπορούσαν να φτάσουν τις στρατιωτικές επιτυχίες του γερμανικού στρατού στην Πολωνία και τη Γαλλία. 

Ο Μεταξάς απέρριψε το τελεσίγραφο (που τιμάται ως Ημέρα του Όχι στην Ελλάδα). Ακόμη και πριν λήξει το τελεσίγραφο, ιταλικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Ελλάδα από την Αλβανία.

Αφιερωμένο σε εκείνους που δεν χάρηκαν τα νιάτα τους πολεμώντας για την ελευθερία…