Επιχειρήσεις

Η ιστορία πίσω από τα κυκλάμινα της πρώτης couture συλλογής του Jonathan Anderson για τον Dior

Από το άγχος και την ένταση ενός άρτιου αποτελέσματος μέχρι την πιο αυθόρμητη, φυσική αλλά και συναισθηματική επιλογή που βασίζεται σε μια ευγενική χειρονομία, ένα μικρό μπουκέτο κυκλάμινα, δεμένα, απέχει μια ολόκληρη κοσμοθεωρία. Με θεώρηση με αξίες που παρά την διακριτικότητα τους γίνονται τόσο άμεσα και ευεργετικά αντιληπτές, όσο η μυρωδιά ενός πολύ όμορφου μπουκέτου με λουλούδια.

Λίγο λοιπόν πριν ο Ιρλανδός σχεδιαστής Jonathan Anderson σχεδιάσει την πρώτη του γυναικεία ready-to-wear συλλογή για τον οίκο Dior, έλαβε από τον John Galliano, τον θρυλικό σχεδιαστή που συνδέεται με το παρελθόν του οίκου τα εν λόγω κυκλάμινα και το τρυφερό αυτό δώρο του λειτούργησε σαν ένα είδος κομψής «σκυτάλης», ανάμεσα στους δημιουργούς που τελικά κατέκλυσε τη νέα συλλογή υψηλής ραπτικής για τον Dior Άνοιξη/Καλοκαίρι 2026 στο Musée Rodin. 

Από το Βάζο στην Πασαρέλα: Η Ανθοδέσμη του Galliano

Ο Anderson στο μπουκέτο δεν είδε μόνο λουλούδια· είδε μια αρχιτεκτονική φόρμα, μια χρωματική ένταση και μια εύθραυστη δύναμη. Ο Anderson, ένας σχεδιαστής που ανέκαθεν γοητευόταν από την ανατομία των πραγμάτων, δεν είδε στα κυκλάμινα μόνο ένα όμορφο άνθος, αλλά μια αρχιτεκτονική πρόκληση. 

Τα πέταλα του συγκεκριμένου λουλουδιού έχουν την ιδιαιτερότητα να αναδιπλώνονται προς τα πίσω, δημιουργώντας μια αίσθηση διαρκούς κίνησης, σαν να παλεύουν με μια αόρατη ριπή ανέμου. Αυτή ακριβώς η “αντίστροφη” κίνηση μεταφράστηκε σε ρούχα που έμοιαζαν να αψηφούν τη βαρύτητα. 

Ο Anderson, γνωστός για την εμμονή του με τα αντικείμενα και την έννοια του χειροποίητου και του craftsmanship, θέλησε να μεταφέρει αυτή την απτή ομορφιά στο ύφασμα. Και το ντεμπούτο του στον εμβληματικό οίκο Dior κατάφερε να παντρέψει τη γλυπτική φόρμα με την εύθραυστη φύση.

Οι θεατές στο Μουσείο Rodin είδαν ένα σκηνικό βγαλμένο μέσα από έναν ονειρικό κήπο ίσως έναν από εκείνους που ο ίδιος ο Christian Dior αγαπούσε πολύ, την κλασική σιλουέτα του Dior να μεταμορφώνεται με τρόπο γλυπτικό και τα κυκλάμινα να παίρνουν τη μορφή υπερμεγεθών αξεσουάρ που έμοιαζαν με ανθισμένα γλυπτά. 

Ο Anderson άντλησε επιρροές από το έργο της κεραμίστριας Magdalene Odundo, δίνοντας στα υφάσματα μια αίσθηση στιβαρότητας που θύμιζε χειροποίητα αγγεία. Τα φορέματα στροβιλίζονταν γύρω από το σώμα με τέτοιο τρόπο που έμοιαζαν να έχουν πλαστεί πάνω σε τροχό κεραμικής, ενώ οι λεπτομέρειες από μετάξι προσέθεταν το άγγιγμα της Haute Couture. 

Η επίδειξη ήταν ένας ζωντανός διάλογος ανάμεσα στο σκληρό και το μαλακό, το στατικό και το κινητικό με τον Αnderson να αποδεικνύει ότι μπορεί να σεβαστεί την κληρονομιά ενός γίγαντα της μόδας, χωρίς να εγκλωβίζεται σε μια στείρα νοσταλγία αλλά υπενθυμίζοντάς ότι η υψηλή ραπτική δεν ανήκει μόνο στις αψεγάδιαστες εικόνες, αλλά και στα λεπτά ανθρώπινα συναισθήματα.