
Η διασυνοριακή κινητικότητα εργαζομένων εξελίσσεται πλέον σε βασικό εργαλείο στρατηγικής διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού, καθώς οι επιχειρήσεις επιχειρούν να ανταποκριθούν τόσο στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της αγοράς όσο και στις γεωπολιτικές ανακατατάξεις, που αδιαμφισβήτητα επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα εξειδικευμένου προσωπικού.
Όπως αποκαλύπτουν και τα ευρήματα της έρευνας EY 2026 Mobility Reimagined Survey, η εμπιστοσύνη στις λειτουργίες διεθνούς κινητικότητας και στα προγράμματα ανάπτυξης ταλέντου ενισχύει σημαντικά την ταχύτητα λήψης αποφάσεων και την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα.
Ενδεικτικό της σημασίας που αποκτά η διεθνής εμπειρία για τους εργαζόμενους είναι ότι τέσσερις στους πέντε συμμετέχοντες στην έρευνα (80%) απάντησαν πως μετά την τελευταία διεθνή τοποθέτησή τους είναι πιο πιθανό να παραμείνουν στον ίδιο εργοδότη. Το ποσοστό αυτό εμφανίζεται αυξημένο κατά 32 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με τα αντίστοιχα στοιχεία της περσινής έρευνας.
Την ίδια στιγμή, αυξάνονται και οι απαιτήσεις των εργαζομένων ως προς την ευελιξία των πολιτικών κινητικότητας. Σχεδόν το 88% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι η δυνατότητα προσαρμογής των όρων μετακίνησης αποτελεί σημαντικό κριτήριο, έναντι 70% το προηγούμενο έτος. Ιδιαίτερα υψηλές είναι οι προσδοκίες της γενιάς Gen Z, με τους νεότερους εργαζόμενους να θεωρούν την ευελιξία σχεδόν διπλάσιας σημασίας σε σχέση με άλλες ηλικιακές ομάδες.
Η κινητικότητα αποκτά στρατηγικό ρόλο στη διαχείριση ταλέντου
Η έρευνα καταγράφει ότι η διεθνής κινητικότητα δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως λειτουργική διαδικασία μετακίνησης προσωπικού, αλλά ως κρίσιμος μηχανισμός ανάπτυξης και διακράτησης ταλέντου. Περισσότερο από το ένα τρίτο των εργοδοτών (34%) αναφέρουν ότι τα προγράμματα mobility ενισχύουν την εμπιστοσύνη των εργαζομένων απέναντι στη στρατηγική της εταιρείας για επαγγελματική ανάπτυξη και αξιοποίηση δεξιοτήτων.
Παράλληλα, μόλις το 19% των ομάδων που διαχειρίζονται ζητήματα διεθνούς κινητικότητας χαρακτηρίζονται ως «υψηλής εμπιστοσύνης». Ωστόσο, οι οργανισμοί που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία φαίνεται να αποκτούν σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, καθώς μπορούν να ολοκληρώνουν διαδικασίες μετακίνησης σε νέες αγορές με υπερδιπλάσια ταχύτητα συγκριτικά με άλλους οργανισμούς.
Η ταχύτητα θεωρείται πλέον κρίσιμος παράγοντας, ειδικά σε ένα περιβάλλον όπου οι μεταβολές στη μεταναστευτική νομοθεσία και στα φορολογικά καθεστώτα είναι συνεχείς. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το 51% των εργοδοτών παραδέχονται ότι τα τελευταία δύο χρόνια έχασαν επιχειρηματικές ευκαιρίες εξαιτίας ζητημάτων που σχετίζονταν με τη μετανάστευση και τις διαδικασίες μετακίνησης προσωπικού.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις αξιοποιούν ολοένα περισσότερο τη διεθνή κινητικότητα ως εργαλείο ανάπτυξης μελλοντικών στελεχών και δημιουργίας νέων «δεξαμενών» ταλέντου. Ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός ανθρώπινου δυναμικού βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των mobility strategies, με το 26% των εργοδοτών να χαρακτηρίζουν τη διεθνή κινητικότητα βασικό μοχλό προσέλκυσης και διατήρησης προσωπικού, ενώ το 24% δηλώνουν ότι αξιοποιούν τις μετακινήσεις για να καλύψουν ανάγκες δεξιοτήτων σε συγκεκριμένες αγορές.
Η κανονιστική πολυπλοκότητα παραμένει σημαντικό εμπόδιο
Παρά τη στρατηγική σημασία που αποκτά η διεθνής κινητικότητα, οι οργανισμοί εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες στη διαχείρισή της. Η συμμόρφωση με διαφορετικά μεταναστευτικά και φορολογικά καθεστώτα, αλλά και ο συντονισμός εσωτερικών διαδικασιών και εξωτερικών συνεργατών, δημιουργούν ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον.
Η έρευνα δείχνει ότι το 95% των mobility functions θεωρούν πως η κανονιστική και ρυθμιστική πολυπλοκότητα λειτουργεί ανασταλτικά ως προς την επιτάχυνση των διαδικασιών. Επιπλέον, το 62% του χρόνου των ομάδων κινητικότητας εξακολουθεί να αφιερώνεται σε αποσπασματικές διοικητικές εργασίες, περιορίζοντας τον διαθέσιμο χρόνο για στρατηγικές πρωτοβουλίες.
Αυξημένες επενδύσεις σε GenAI και αυτοματοποίηση
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι επιχειρήσεις ενισχύουν τις επενδύσεις τους σε τεχνολογίες αυτοματοποίησης, πλατφόρμες δεδομένων και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, προκειμένου να βελτιώσουν τη διαχείριση συμμόρφωσης, κόστους και υποστήριξης εργαζομένων που μετακινούνται διεθνώς.
Σύμφωνα με την έρευνα, το 75% των εργοδοτών σχεδιάζουν να αυξήσουν περαιτέρω τις επενδύσεις τους στην τεχνολογία, έναντι 66% πέρυσι. Παράλληλα, το 72% δηλώνουν ότι επεκτείνουν τη χρήση GenAI και agentic AI για τον μετασχηματισμό διαδικασιών και λειτουργιών mobility, παρότι το 97% αναμένουν ταυτόχρονα πιέσεις για μείωση κόστους μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ευρήματα που σχετίζονται με την ποιότητα των δεδομένων. Μόλις το 51% των εργοδοτών θεωρούν ότι διαθέτουν ακριβή δεδομένα, ενώ μόνο το 47% εμπιστεύονται πλήρως τις τεχνολογικές πλατφόρμες που χρησιμοποιούν. Η αδυναμία αυτή περιορίζει ουσιαστικά τη δυνατότητα αξιοποίησης προηγμένων εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης και αυτοματοποίησης.
Σχολιάζοντας τα συμπεράσματα της έρευνας, η Ευτυχία Κασελάκη, επικεφαλής του Organization, Change and People Consulting της EY Ελλάδος, σημείωσε ότι η διεθνής κινητικότητα μετατρέπεται σταδιακά από μια περιορισμένη επιχειρησιακή λειτουργία σε στρατηγικό εργαλείο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των οργανισμών. Όπως ανέφερε, οι επιχειρήσεις που θα επενδύσουν σε μεγαλύτερη ευελιξία, ταχύτητα και αξιοπιστία των διαδικασιών τους, θα αποκτήσουν σημαντικό πλεονέκτημα στην προσέλκυση και διατήρηση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.