Επιχειρήσεις

«Μποτιλιαρισμένοι στην κίνηση»: Οι Έλληνες περνούν 143 ώρες τον χρόνο στο δρόμο…

Σύμφωνα με νέα ανάλυση της Compare the Market Australia, η ελληνική πρωτεύουσα κατατάσσεται στην 3η θέση των πιο αγχωτικών πόλεων για οδήγηση στην Ευρώπη, συγκεντρώνοντας συνολικό σκορ 58,45/100. 

Πρόκειται για μια επίδοση που την τοποθετεί πίσω μόνο από το Δουβλίνο και το Βουκουρέστι, αλλά μπροστά από μεγάλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις.

Η εικόνα αυτή βέβαια δεν είναι σημερινή, αλλά κάθε χρόνο επιβαρύνεται. Αποτελεί ένα σύνθετο πρόβλημα που συνδυάζει χρόνια δομικά ζητήματα, αστικές επιλογές και συμπεριφορές μετακίνησης που επιβαρύνουν το ήδη πιεσμένο οδικό δίκτυο.

Συμφόρηση, αυτοκίνητα και χαμένος χρόνος

Τα στοιχεία της έρευνας αποτυπώνουν με σαφήνεια το μέγεθος του προβλήματος. Η Αθήνα εμφανίζει μέσο επίπεδο κυκλοφοριακής συμφόρησης στο 54,7%, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Αυτό σημαίνει ότι σε ώρες αιχμής, η κυκλοφορία κινείται με σημαντικά μειωμένες ταχύτητες, προκαλώντας καθυστερήσεις που επηρεάζουν την καθημερινότητα, την παραγωγικότητα αλλά και την ψυχολογία των οδηγών.

Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το στοιχείο των χαμένων ωρών: οι οδηγοί στην Αθήνα χάνουν κατά μέσο όρο 143 ώρες τον χρόνο κολλημένοι στην κίνηση. Πρόκειται για σχεδόν 6 ολόκληρες ημέρες ή περίπου 18 εργάσιμες ημέρες των 8 ωρών. Με πιο «λαϊκούς» όρους, αυτός ο χρόνος αντιστοιχεί σε περίπου 190 επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς «Κωνσταντίνου και Ελένης», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η έρευνα.

Το πρόβλημα εντείνεται από τον μεγάλο όγκο όσον αφορά την κατοχή – ιδιοκτησία ΙΧ. Στην Αθήνα καταγράφονται 872 αυτοκίνητα ανά 1.000 κατοίκους, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Το στοιχείο αυτό δείχνει μια έντονη εξάρτηση από το ΙΧ, η οποία φυσικά δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη επάρκεια και καταλληλότητα των υποδομών.

Παράλληλα, η οδική ασφάλεια παραμένει ζητούμενο, με 49 θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους, υποδεικνύοντας ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στην ταλαιπωρία, αλλά αγγίζει και κρίσιμες πτυχές δημόσιας ασφάλειας.

Η Ελλάδα σε σύγκριση με την Ευρώπη: μια αρνητική πρωτιά

Η θέση της Αθήνας γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική όταν συγκριθεί με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Παρά το γεγονός ότι πόλεις όπως η Ρώμη και το Μιλάνο φημίζονται για την έντονη κυκλοφοριακή τους κίνηση, κατατάσσονται χαμηλότερα στην ίδια λίστα (#9 και #5 αντίστοιχα).

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η σύγκριση με πόλεις όπως η Μαδρίτη (#27) και το Παρίσι (#21), οι οποίες, παρά το μέγεθός τους, παρουσιάζουν σαφώς καλύτερες επιδόσεις. Οι πόλεις αυτές έχουν επενδύσει σημαντικά σε εναλλακτικά μέσα μετακίνησης, όπως τα μέσα μαζικής μεταφοράς, οι ποδηλατόδρομοι και τα «πράσινα» μοντέλα αστικής κινητικότητας.

Αντίθετα, η Αθήνα φαίνεται να υστερεί σε αυτόν τον τομέα, με την κυκλοφοριακή επιβάρυνση να αποτελεί αποτέλεσμα όχι μόνο του αριθμού των οχημάτων, αλλά και της περιορισμένης χρήσης εναλλακτικών λύσεων.

Ακόμη και σε σύγκριση με κοντινές πόλεις, όπως η Σόφια (#17) και η Θεσσαλονίκη (#34), η ελληνική πρωτεύουσα εμφανίζεται σημαντικά πιο επιβαρυμένη. Η Θεσσαλονίκη, για παράδειγμα, καταγράφει χαμηλότερη συμφόρηση (41,4%) και μόλις 86 χαμένες ώρες ετησίως, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά «ελληνικό», αλλά κυρίως «αθηναϊκό».

Στον αντίποδα, πόλεις όπως το Όσλο και η Στοκχόλμη καταγράφουν τις καλύτερες επιδόσεις, με χαμηλά επίπεδα συμφόρησης (περίπου 33,2%) και σημαντικά μικρότερο δείκτη θνησιμότητας. Τα παραδείγματα αυτά αναδεικνύουν τη σημασία του σχεδιασμού και της πολιτικής βούλησης στη διαχείριση της αστικής κινητικότητας.

Το διαχρονικό πρόβλημα των ελληνικών πόλεων

Όπως ειπώθηκε και παραπάνω το κυκλοφοριακό στην Αθήνα δεν είναι νέο φαινόμενο. Αντίθετα, αποτελεί ένα διαχρονικό πρόβλημα που επιδεινώνεται με την πάροδο των ετών. Ειδικότερα, η άναρχη αστική ανάπτυξη, η έλλειψη επαρκούς χωροταξικού σχεδιασμού και η περιορισμένη ενίσχυση των δημόσιων συγκοινωνιών έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου το αυτοκίνητο παραμένει η κυρίαρχη επιλογή.

Η υψηλή εξάρτηση από το ΙΧ δεν είναι μόνο αποτέλεσμα ανάγκης, αλλά και συνήθειας. Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, όπου η χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς αποτελεί βασικό πυλώνα της καθημερινότητας, στην Αθήνα η εμπιστοσύνη σε αυτά παραμένει περιορισμένη, είτε λόγω καθυστερήσεων είτε λόγω ελλείψεων στο δίκτυο.

Την ίδια στιγμή, οι υποδομές δεν ακολουθούν τον ρυθμό αύξησης των οχημάτων. Οι δρόμοι της πόλης, σχεδιασμένοι για πολύ μικρότερο όγκο κυκλοφορίας, καλούνται να εξυπηρετήσουν εκατοντάδες χιλιάδες αυτοκίνητα καθημερινά, δημιουργώντας ένα μόνιμο «μποτιλιάρισμα».

Πέρα από την ταλαιπωρία, η κυκλοφοριακή συμφόρηση έχει και σημαντικές οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Οι χαμένες ώρες μεταφράζονται σε μειωμένη παραγωγικότητα, αυξημένο κόστος καυσίμων και μεγαλύτερη φθορά οχημάτων.

Παράλληλα, η αυξημένη κίνηση συμβάλλει στην επιδείνωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, επηρεάζοντας άμεσα την ποιότητα ζωής των κατοίκων. Οι εκπομπές ρύπων από τα οχήματα αποτελούν έναν από τους βασικούς παράγοντες περιβαλλοντικής επιβάρυνσης στις μεγάλες πόλεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, η εμπειρία πόλεων όπως το Όσλο δείχνει ότι η επένδυση σε βιώσιμες μορφές μετακίνησης μπορεί να αποδώσει σημαντικά οφέλη. Η μείωση της χρήσης αυτοκινήτων, η ενίσχυση των δημόσιων συγκοινωνιών και η προώθηση της μικροκινητικότητας (ποδήλατα, ηλεκτρικά πατίνια) αποτελούν βασικές κατευθύνσεις που ήδη εφαρμόζονται με επιτυχία στο εξωτερικό.

Εν κατακλείδι, το στοίχημα δεν είναι μόνο να μειωθεί η κίνηση, αλλά να αλλάξει συνολικά το μοντέλο μετακίνησης. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο ζητούμενο για την Αθήνα των επόμενων ετών. Σε διαφορετική περίπτωση, οι 143 χαμένες ώρες ετησίως μπορεί να αποτελούν απλώς την αρχή μιας ακόμη πιο επιβαρυμένης καθημερινότητας για τους οδηγούς της πόλης.