
Η πρόσφατη δικαστική απόφαση του πρωτοδικείου σχετικά με κάποιες συγκεκριμένης συστημικής τράπεζας έναντι των πελατών της έφερε και πάλι στο προσκήνιο τις κατηγορίες των πολιτών έναντι των ελληνικών τραπεζών. Κάποιες από τις κατηγορίες έχουν βάση, άλλες κατηγορίες είναι έωλες.
Οι ελληνικές συστημικές τράπεζες μετά την ελληνική δεκαετή κρίση κατάφεραν και αναπτύχθηκαν με συγκεκριμένα μέτρα και βοήθειες από τα ευρωπαϊκά κράτη και βεβαίως από το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Έτσι, βλέπουμε ότι ολοκλήρωσαν το 2025 με κέρδη 4,7 δισ. ευρώ οι 4 συστημικές και συνολικά περίπου 5,5 δισ. ευρώ σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα -κέρδη διόλου ευκαταφρόνητα. Οι τράπεζες θα μοιράσουν μερίσματα της τάξης των 2,5 δις. ευρώ στους μετόχους τους οι οποίοι στο 70% κεφαλαίων τους είναι ξένοι. Όμως, το μεγαλύτερο κατόρθωμα των ελληνικών τραπεζών ήταν ότι κατάφεραν να τιτλοποιήσουν και να πουλήσουν περίπου 40 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPL’s) και έτσι μετά τις ανακεφαλαιοποιήσεις εξυγίαναν τα χαρτοφυλάκια και αύξησαν την ποιότητα των κεφαλαίων τους. Αυτά είναι τα κατορθώματα για τα οποία αξίζουν τα εύσημα οι ελληνικές τράπεζες
Οι συστημικές τράπεζες έγιναν… υπερσυστημικές
Όμως, στο ίδιο διάστημα, οι ελληνικές τράπεζες έγιναν υπερσυστημικές. Ενσωματώθηκαν μέσα στο δημοσιονομικό σύστημα και έγιναν φορείς συνδιαχείρισης και ελέγχου, ενώ επίσης έχουν άμεση σύνδεση με την ΑΑΔΕ και λειτουργούν ως φοροληπτικός βραχίονας του κράτους. Ταυτόχρονα, όμως, έχουν και τη δική τους αναβαλλόμενη φορολογία που θα πληρωθεί μέχρι το 2034-2035. Άρα, ήδη βρίσκονται σε μια προνομιακή σχέση: εκείνη του ελεγκτή, του χρηματοδότη αλλά του προνομιακού συνομιλητή με το κράτος. Εύλογα, λοιπόν, συγκεντρώνουν την κριτική και από τους υπόλοιπους κλάδους της οικονομίας σύμφωνα με την οποία λειτουργούν σε καθεστώς απόλυτης ελευθερίας.
Τα μεγάλα επιτοκιακά περιθώρια
Το δεύτερο και εύλογο παράδειγμα κριτικής είναι ότι η τεράστια λειτουργική κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών προήλθε από τα μεγάλα επιτοκιακά περιθώρια (από τα μεγαλύτερα στην Ε.Ε) μεταξύ καταθέσεων και χορηγήσεων. Και εδώ, τόσο η Τράπεζα της Ελλάδος όσο και η κυβέρνηση συμφωνούν ότι τα επιτόκια καταθέσεων θα μπορούσαν να είναι υψηλότερα , άρα οι τράπεζες τα διατηρο΄τν επίτηδες χαμηλά προκειμένου να στρέψουν τους καταθέτες στα υβριδικά επενδυτικά προϊόντα (target) τα οποία δίνουν υψηλότερες αποδόσεις αλλά χρεώνουν και υψηλότερες προμήθειες. Το φάουλ είναι ότι όλες οι συστημικές τράπεζες ακολουθούν τις ίδιες στρατηγικές και προσφέρουν παρεμφερή προϊόντα. Υπάρχει ένας είδος εναρμονισμένων πρακτικών που δεν δίνουν άλλες επιλογές στους τραπεζικούς πελάτες.
Εάν προσθέσουμε και τη διαχείριση κεφαλαίων από κοινοτικά κονδύλια και τις επιχορηγήσεις, οι ελληνικές τράπεζες γίνονται οι «κυρίαρχοι του οικονομικού παιχνιδιού» στην Ελλάδα.
Διεύρυνση και ελαστικοποίηση της τραπεζικής στήριξης στους μικρούς επιχειρηματίες αντί για φορολόγηση των κερδών τους
Συνδυάζοντας τα δύο προηγούμενα θέματα (ευνοϊκή φορολογική πολιτική και υψηλά επιτοκιακά περιθώρια) μαζί με τη διαχείριση των χρηματοδοτήσεων, οι ελληνικές τράπεζες θα έπρεπε να δεχθούν να συνεισφέρουν περισσότερο στην ανάπτυξη της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Αντιστρέφοντας την τρέχουσα ροή, θα μπορούσαν να έχουν μια πιο «γενναιόδωρη» πολιτική είτε αυξάνοντας τα επιτόκια καταθέσεων είτε μειώνοντας τα επιτόκια χορηγήσεων, να διευρύνουν τα κριτήρια δανειοδοτήσεων πληρώνοντας άμεσα τους αναβαλλόμενους φόρους τους και να ενισχύσουν τα κρατικά ταμεία. Αντ’ αυτού, συνεχίζουν όλες μαζί τις ίδιες πρακτικές με αύξηση οργανικών κερδών, έχουν προνομιακή διαχείριση στην πρωτογενή και δευτερογενή αγορά ομολόγων, επενδυτικά έσοδα και αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων άνω του 15% όταν άλλοι κλάδοι της οικονομίας δεινοπαθούν. Ίσως, εάν ενθυμηθούν οι ελληνικές τράπεζες την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν προ 15ετίας και την στήριξη που είχαν σε μία δύσκολη περίοδο, να προχωρήσουν στη στήριξη της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας, έστω και με μικρότερα κέρδη. Αυτή θα είναι η απάντηση τους σε όσους ζητούν τη φορολόγηση των υπερκερδών.