
Όταν ο Νίτσε διατύπωνε ότι μόνο οι άνθρωποι, ως άτομα, έχουν αίσθηση της υπευθυνότητας, ποιος θα το πίστευε ότι αυτή σκέψη του θα κατέληγε στη νοσηρή εξέλιξη αυτού που αποκαλούμε στις μέρες μας «συλλογική υπευθυνότητα» ή «συνυπευθυνότητα», έννοιες που πλέον έχουν μάλλον αρνητικό πρόσημο αντί για θετικό.
Δεν γνωρίζω πότε δημιουργήθηκαν αυτοί οι δύο όροι αλλά το βέβαιο είναι ότι χρησιμοποιούνται, σε πολλές περιπτώσεις, προκειμένου να αποκρύπτουν την πραγματικότητα. Τείνω να πιστεύω ότι ο καθένας θα μπορούσε να εξυπηρετεί άριστα τα συμφέροντα του, προτάσσοντας το άλλοθι της συλλογικής υπευθυνότητας.
Στην πολιτική, αντιλαμβανόμαστε ότι αν όλοι έχουν υπευθυνότητα για κάτι, τελικά κανένας δεν είναι υπεύθυνος. Το «κάναμε λάθη» ή το «ψάχνουμε να βρούμε τους συνυπεύθυνους» δεν αποκαλύπτουν τα ονόματα των υπευθύνων, οι οποίοι κρύβονται ή τους κρύβουν πίσω από την ανωνυμία της συνυπευθυνότητας. Αξίζει να παρατηρήσετε ότι η συλλογική υπευθυνότητα προτάσσεται με στομφώδη επισημότητα για να συγκαλύψει ή έστω να μειώσει την προσωπική υπευθυνότητα.
Επιπλέον, και δυστυχώς, η συλλογική υπευθυνότητα έχει αποκτήσει ένα κοινώς αποδεκτό νόημα, αυτό της βολικής ερμηνείας και δικαιολόγησης αποφάσεων και δράσεων, με μικρότερο ή μεγαλύτερο ειδικό βάρος, θολώνοντας την πραγματικότητα και προκαλώντας ενοχές ή έστω αμφιβολίες σε ένα σύνολο ανθρώπων. Θυμάμαι το περίφημο «μαζί τα φάγαμε» του Θεόδωρου Πάγκαλου το οποίο μεταφέρει την υπευθυνότητα της παταγώδους αποτυχίας της πολιτικής και των πολιτικών σε μια ολόκληρη κοινωνία, υπονοώντας ότι όλοι έβαλαν το χεράκι τους για να φτάσουμε στον οικονομικό πάτο και όχι μόνο. Πρόκειται πλέον για έναν κοινή συναινέσει αποπροσανατολισμό αφού έχει περάσει από το ασυνείδητο στο συνειδητό επίπεδο.
Στον αντίποδα, αν με ρωτήσετε για την έννοια της προσωπικής υπευθυνότητας σε μια ιδιωτική επιχείρηση, θα σας απαντήσω ότι –σε μεγάλο βαθμό– αυτή είναι εξαιρετικά ανεπτυγμένη και αξιολογείται συνεχώς με βάση τους στόχους που ορίζονται και κάνοντας χρήση ποσοτικών και ποιοτικών παραμέτρων, δεικτών και προκαθορισμένων κριτηρίων που θέτονται.
Σε ένα άλλο επίπεδο, όταν περπατάμε στην πόλη και βλέπουμε έναν άνθρωπο μπροστά μας να σκοντάφτει και να πέφτει, δεν τίθεται καν θέμα συλλογικής υπευθυνότητας επειδή κανένας δεν νοιάστηκε να πάει να δει αν χτύπησε και να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Η υπευθυνότητα είναι καθαρά προσωπική και αφορά μόνο στα άτομα που έτυχε να ήταν κοντά του. Το πλήθος δεν αποτελεί μια συλλογικότητα διότι δεν είναι μια οργανωμένη ομάδα με ομοιογενή χαρακτηριστικά. Ο ισχυρισμός ότι «η κοινωνία έχει γίνει αδιάφορη» δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ηθελημένη –και ενίοτε μεθοδευμένη και καθοδηγούμενη– νοητική παραχάραξη που υποβαθμίζει το πρωτεύον το οποίο δεν άλλο από την προσωπική υπευθυνότητα και η οποία, κατ΄ αυτόν τον τρόπο, απαξιώνεται ως έννοια και περιεχόμενο.
Η Χάνα Άρεντ στο βιβλίο της «Responsibility and Judgment» –το οποίο νομίζω ότι δεν έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά– έγραφε ότι εκεί όπου όλοι είναι ένοχοι, κανένας δεν είναι ένοχος. Για να το φέρω στα δικά μας μέτρα, εκεί που όλοι θεωρούνται υπεύθυνοι, κανένας δεν είναι πλέον υπεύθυνος.