Επιχειρήσεις

Καύσωνας στην Αθήνα: Έντονη θερμική επιβάρυνση, αυξάνεται η κοινωνική πίεση για παρεμβάσεις

Δυστυχώς, η κλιματική αλλαγή (που πλέον μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι θεωρείται κλιματική κρίση) δεν… αστειεύεται, και παρόλο που ο χειμώνας και η άνοιξη στην Ελλάδα -και στην Αθήνα συγκεκριμένα- χαρακτηρίστηκαν από βροχοπτώσεις, αυτό δεν φαίνεται να βελτίωσε και ιδιαίτερα την κατάσταση. Αν κάτι καταλαβαίνουν βιωματικά πια οι Αθηναίοι, είναι ότι η πρόσβαση σε δροσερό δημόσιο χώρο και η αναβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος αποκτούν πλέον κεντρική σημασία για την υγεία και την κλιματική προσαρμογή.

Το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ παρουσίασε βασικά ευρήματα νέας έρευνας για τη μητροπολιτική Αθήνα, η οποία υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού έργου GRID (Green Routes Intelligent Districts). Το έργο αξιοποιεί καινοτόμα εργαλεία και μεθόδους με στόχο την αντιμετώπιση της αστικής θερμικής επιβάρυνσης και την ενίσχυση της κλιματικής ανθεκτικότητας των πόλεων.

Τα αποτελέσματα αποτυπώνουν με σαφήνεια την αυξανόμενη πίεση που δέχεται η πόλη από τα ολοένα συχνότερα και εντονότερα κύματα καύσωνα, που δημιουργούν δυσφορία και μπορούν να αποβούν επικίνδυνα για βρέφη, παιδιά, ηλικιωμένους και ευπαθείς ομάδες.

Κεντρικό εύρημα της μελέτης είναι ότι η θερμική καταπόνηση αφορά σχεδόν το σύνολο των πολιτών της Αθήνας, ωστόσο δεν κατανέμεται ισότιμα. Η ακραία ζέστη δεν αποτελεί ένα ουδέτερο περιβαλλοντικό φαινόμενο, αλλά επηρεάζει δυσανάλογα τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όσους έχουν περιορισμένους οικονομικούς πόρους, ανεπαρκή πρόσβαση σε ποιοτικούς δημόσιους χώρους ή διαμένουν σε περιοχές με έντονη δόμηση και αυξημένο θερμικό φορτίο.

Ένα 88% θεωρεί ότι οι θερμοκρασίες θα αυξηθούν τα επόμενα δέκα έτη

Τα επιμέρους ευρήματα της έρευνας σκιαγραφούν με λεπτομέρεια την εικόνα της καθημερινότητας στην πόλη. Το 81% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η ζέστη έχει επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια στην περιοχή του, ενώ ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό, 88%, εκτιμά ότι οι θερμοκρασίες θα αυξηθούν την επόμενη δεκαετία. Παράλληλα, το 85% δηλώνει ότι η σκίαση στη γειτονιά του είναι ανεπαρκής, γεγονός που επιτείνει την αίσθηση θερμικής δυσφορίας.

Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα στοιχεία που αφορούν το πράσινο και τους δημόσιους χώρους. Το 75% των συμμετεχόντων αναφέρει ότι δεν έχει επαρκείς χώρους πρασίνου κοντά του ή ότι οι υπάρχοντες δεν καλύπτουν τις ανάγκες του, ενώ μόλις το 5% δηλώνει ότι επισκέπτεται συστηματικά δροσερούς δημόσιους χώρους για να αντιμετωπίσει τη ζέστη.

Λιγότερο συχνή η χρήση του air condition για να αποφευχθούν οι «τσουχτεροί» λογαριασμοί ρεύματος

Σημαντική κοινωνική διάσταση προσδίδεται και από τα οικονομικά δεδομένα της έρευνας, καθώς το 47% των πολιτών δηλώνει ότι περιορίζει τη χρήση κλιματισμού για οικονομικούς λόγους. Το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 59% στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, αναδεικνύοντας τη σύνδεση ανάμεσα στην ενεργειακή φτώχεια και την έκθεση σε κλιματικούς κινδύνους.

Το 81% πιστεύει ότι η ευθύνη για την προστασία από τον καύσωνα ανήκει κατά κύριο λόγο στις δημόσιες αρχές

Την ίδια στιγμή, το 65% των ερωτηθέντων ζητά -εύλογα- περισσότερους χώρους πρασίνου και σκίασης, ενώ το 81% θεωρεί ότι η ευθύνη για την προστασία από τον καύσωνα ανήκει κυρίως στις δημόσιες αρχές. Το εύρημα αυτό υπογραμμίζει τη μετατόπιση της συζήτησης από την ατομική ευθύνη προς την ανάγκη θεσμικών και πολεοδομικών παρεμβάσεων. Είναι αλήθεια ότι οι πολίτες δεν μπορούν να κάνουν και πολλά από μόνοι τους. Τα λεπτά ρούχα, οι ομπρέλες σκίασης, η αποφυγή μερών όπου «χτυπούν» απευθείας οι αχτίδες του ήλιου δεν γίνεται, φυσικά, να αποτελέσουν τη μοναδική λύση.

Σύμφωνα με την ανάλυση της έρευνας, η προσαρμογή στην ακραία ζέστη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως προσωπική επιλογή. Σε μια πόλη όπου η έκθεση στη θερμική επιβάρυνση εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στους δημόσιους χώρους και στις μετακινήσεις, η κλιματική προστασία αναδεικνύεται σε ζήτημα δημόσιας πολιτικής, κοινωνικής συνοχής και αστικής ανθεκτικότητας.

Οι πολίτες ζητούν δροσιά, πράσινο, σκίαση, ασφαλείς διαδρομές

Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, το μήνυμα που προκύπτει από τα δεδομένα είναι πέρα για πέρα σαφές: οι πολίτες ζητούν πιο δροσερές γειτονιές, περισσότερους χώρους πρασίνου, συστηματική σκίαση, ασφαλείς διαδρομές και στοχευμένες παρεμβάσεις που θα επιτρέπουν την απρόσκοπτη και ασφαλή κίνηση στην πόλη κατά τη διάρκεια των ακραίων θερμικών φαινομένων.

Η έρευνα κοινής γνώμης πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2026, γεγονός που ενισχύει τη μεθοδολογική της αξιοπιστία, καθώς οι απαντήσεις δεν επηρεάστηκαν από άμεσες συνθήκες καύσωνα ή έκτακτα θερμικά επεισόδια.

Το ευρωπαϊκό έργο GRID στο οποίο εντάσσεται η έρευνα υλοποιείται με τη συμμετοχή του Δήμου Καλλιθέας ως κύριας αστικής αρχής και του Δήμου Μοσχάτου–Ταύρου ως συνεργαζόμενης αρχής. Στο εταιρικό σχήμα συμμετέχουν επίσης οι οργανισμοί Thymio Papayannis and Associates (TPA), Geospatial Enabling Technologies (GET), Commonspace, το Ινστιτούτο ΕΝΑ, καθώς και ο Τομέας Φυσικής Περιβάλλοντος του Τμήματος Φυσικής του ΕΚΠΑ.

Το έργο συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το European Urban Initiative – Innovative Actions, με στόχο την ανάπτυξη νέων εργαλείων για πιο ανθεκτικές και βιώσιμες πόλεις απέναντι στην κλιματική κρίση.