Πολλά περίπτερα εξαφανίστηκαν από τον χάρτη και την αδηφάγα, θορυβώδη αναδιαμόρφωση των δρόμων αλλά και των εσωτερικών πολλών ευρωπαϊκών αστικών προορισμών, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της Αθήνας καθώς οι κάτοικοι αρέσκονται πια να παραγγέλνουν από το σπίτι ό,τι έχουν ανά πάσα στιγμή ανάγκη.
Έτσι, η αυθόρμητη βόλτα και στάση, το χάζι της πραμάτειας, των γνώριμων συσκευασιών και η ανακάλυψη νέων προϊόντων και γεύσεων έχει μεταναστεύσει εν πολλοίς στον ψηφιακό κόσμο.
Και όμως, τελευταία είναι που όσο βυθιζόμαστε στον ψηφιακό, τόσο αναζητάμε τι χάνουμε από τον πραγματικό κόσμο, την πόλη ή τη γειτονιά μας.
Για αυτό ίσως και δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι βλέπουμε, μεταξύ άλλων, τα περίπτερα να επανέρχονται με άλλους τρόπους, όχι απλά σαν αρχιτεκτονική μικρογραφία ενός ψιλικατζίδικου, ή σαν χάρτινο διακοσμητικό για τις βιβλιοθήκες μας, μπρελόκ και μαγνητάκια εν είδη σουβενίρ. Αντιθέτως, τα βλέπουμε να αλλάζουν μορφές και χρήσεις επί της ουσίας, ή έστω, της σύγχρονης πραγματικότητας, ενσωματώνοντας νέες ιδέες.
Χωρίς να κουράσουμε ας κοιτάξουμε δύο μονάχα πόλεις που διαθέτουν αντίστοιχα παραδείγματα και που εντελώς τυχαία είναι η Αθήνα και το Τορίνο, μεταξύ των οποίων διαμένει η γράφουσα.
Από περίπτερο σε “περίπτερο”
Ας κατευθυνθούμε λοιπόν αρχικά μέχρι την Βουκουρεστίου και ας θυμηθούμε ένα λίγο παλαιότερο αφιέρωμα του Culture Hub by epixero.gr στον ταξιδιωτικό οδηγό-project Hellofrom και το περίπτερο τύπου στη συμβολή Βουκουρεστίου και Βαλαωρίτου που μετέτρεψε σε pop up store πριν από περίπου ένα χρόνο.
Το Hellofrom άλλωστε αναζητά τους δομικούς πολιτιστμικούς λίθους ενός αστικού τοπίου, τους παντρεύει με τα στοιχεία διαχρονίας αλλά και τις σύγχρονες επιταγές δημιουργώντας βιώσιμους οδηγούς πόλης δημιουργημένους από ανακυκλωμένα ποτήρια καφέ καθώς και πολυδιάστατες εμπειρίες που συστήνουν στοιχεία του χαρακτήρα και της μοναδικότητας κάθε μητρόπολης με τρόπο βιωματικό.
Και πριν φτάσουμε στο σήμερα και στο Τορίνο κάνουμε μια στάση στο Μιλάνο και το πιο πρόσφατο, το φετινό Design Week στα πλαίσια του οποίου έγινε πρόδηλη μια τάση που σιγόβραζε τα προηγούμενα χρόνια, μετατρέποντας το παραδοσιακό edicola (το ιταλικό περίπτερο) σε statement αρχιτεκτονικό τόπο του σύγχρονου design.
Το Design Kiosk δεν ήταν απλώς ένα σημείο πώλησης ψαγμένων εντύπων για το design αλλά μετατράπηκε σε έναν επαναπροσδιορισμένο αστικό κόμβο πολιτισμού, αρχιτεκτονικής και lifestyle.
Μεγάλοι οίκοι μόδας, σχεδιαστές και media brands από το Wallpaper και το Capsule μέχρι τον οίκο Bottega Veneta «κατέλαβαν» διάφορες γωνιές της πόλης από την Piazza della Scala μέχρι την Brera μεταμορφώνοντας τα όμορφα σιδερένια κιόσκια σε micro-galleries και conceptual πειραματικούς χώρους.
Τα “νέας γενιάς” περίπτερα δεν πουλούν μόνο limited-edition περιοδικά και art books. Πολύ περισσότερο λειτουργούν ως σημεία συνάντησης, σερβίρουν specialty καφέ, διαθέτουν exclusive design αντικείμενα (merchandise) και φιλοξενούν micro-talks με δημιουργούς, εκμεταλλευόμενα τον δημόσιο χώρο και αγκαλιάζοντας την σύγχρονη αστική κουλτούρα.
Και από το Μιλάνο ερχόμαστε στο κέντρο του Τορίνο και κοντοστεκόμαστε για να χαζέψουμε το περίπτερο της Ridicola.net που έχει μεταρέψει τελευταία ένα μέχρι προσφάτως εγκαταλελειμμένο, κλειστό περίπτερο σε place to be ή τουλάχιστον του pass often by…
Οι δημιουργοί του, πρώην δημοσιογράφοι μεταξύ άλλων, δεν συγκέντρωσαν απλά επιλεγμένες εκδόσεις του περιοδικού τύπου για τις πόλεις, τα ταξίδια, τις τέχνες και τη γαστρονομία αλλά το αναδιαμόρφωσαν ως gallery με μια έκθεση και παράλληλα μια συνεργασία με έναν δημιουργό να παρουσιάζεται στην πίσω του όψη του περιπτέρου μαζί με μια limited κάθε φορά συλλογή αντικειμένων προς πώληση όπως για παράδειγμα posters.
Πριν λίγες μέρες μάλιστα, ο ιταλος παραγωγός Andrea Baldereschi της tech house records που εφηύρε το Remidi T8, ένα wearable μουσικό όργανο που μετατρέπει τις χειρονομίες σε μουσική έπαιξε μουσική μετατρέποντας το περίπτερο σε deck και την τριγύρω περιοχή σε αυτοσχέδιο υπαίθριο bar.
Κλείνουμε κυκλικά επιστρέφοντας στην Αθήνα και το κλασικό ελληνικό κίτρινο περίπτερο, μια πατέντα αστικής μικροαρχιτεκτονικής που υπήρξε για πάνω από έναν αιώνα ο ανεπίσημος πυρήνας κάθε αθηναϊκής και όχι μόνο γειτονιάς.
Με αφορμή τα πρόσφατα εγκαίνια της Zeus+Δione στο Oasis Poolside του The Ilisian (πρώην Hilton για όσους δεν έχουν ακόμα συνηθίσει), η ελληνική εταιρεία μόδας επέλεξε να επανασχεδιάσει αυτό το εμβληματικό στοιχείο της καθημερινότητάς μας.
Σε μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα σύμπραξη, το brand συνεργάστηκε με τον εικαστικό Ανδρέα Φιντς, μια πρόσφατη συνέντευξή του οποίου στο Culture Hub by epixeiro.gr βρίσκετε εδώ, στήνοντας ένα σύγχρονο περίπτερο δίπλα στην πισίνα και προσκαλώντας μας αφενός σε μια βουτιά στη συλλογική μνήμη της πόλης και αφετέρου στη γνωριμία με τα αντικείμενα και τη δουλειά μιας νέας γενιάς καλλιτεχνών δημιουργών που ζει και εμπνέεται από την χώρα μας.
Ο Ανδρέας Φιντς προσεγγίζει το αστικό τοπίο με τη ματιά ενός σύγχρονου αρχαιολόγου με εργαλεία τις δυνατότητες του 3d printing. Γεννημένος στο Βανκούβερ, αλλά μεγαλωμένος στο κέντρο της Αθήνας από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, διατήρησε μια σχεδόν εμμονική σχέση με το παλαιό εμπορικό κέντρο, τις οδούς Αιόλου και Αθηνάς, και το Μοναστηράκι. Για τον ίδιο, η γοητεία της Αθήνας βρισκόταν πάντα στον ανεπιτήδευτο τρόπο με τον οποίο το «ξεθωριασμένο» παρελθόν παρεμβαλλόταν ανάμεσα στις απόπειρες εκμοντερνισμού της πόλης. Αυτή η οπτική σύγχυση έγινε η πρώτη ύλη για τη δουλειά του.
Το περίπτερο δεν υπήρξε ποτέ ένας ψυχρός χώρος λιανικής, αλλά μια «μηχανή μνήμης». Από τα καπνικά προϊόντα και τις εφημερίδες και μερικά από τα πρώτα τηλέφωνα από όπου μπορούσε κανείς να τηλεφωνήσει, εξελίχθηκε σταδιακά σε σημείο επι-κοινωνίας της πόλης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το περίπτερο «Μινιόν» που ίδρυσε το 1934 στα Χαυτεία ο Ιωάννης Γεωργακάς, ένα μικροσκοπικό κιόσκι που έμελλε να γίνει το πρώτο κύτταρο του ιστορικού πολυκαταστήματος.
Ακόμα και το χρώμα τους κρύβει ιστορίες. Αν και τα πρώτα χρόνια κυριαρχούσαν ουδέτεροι τόνοι όπως η ώχρα, το καφέ ή το πράσινο, η μετάβαση στο έντονο κίτρινο κατά τη δεκαετία του ’50 έγινε για καθαρά πρακτικούς λόγους ορατότητας μέσα στο πολύβουο αστικό τοπίο, υιοθετώντας μάλιστα αυτή την ταυτότητα δεκαετίες πριν από τα αθηναϊκά ταξί.
Η σύμπραξη του Ανδρέα Φιντς με τη Zeus+Δione, η οποία μετέφερε την ακριβή κλίμακα ενός κίτρινου περιπτέρου δίπλα στο νερό, εμπλουτίζοντάς το με καλοκαιρινά είδη, αποδεικνύει ότι η αστική ιστορία δεν παράγει στατικά εκθέματα αλλά ότι μπορεί να επαναλειτουργήσει ως ένας ζωντανός διάλογος που βρίσκει τον τρόπο να φρεσκάρεται και να ανανεώνεται.