Η αφήγηση ξεκινά πολύ πριν περάσει κανείς την πόρτα του κτιρίου. Ο Κινέζος αρχιτέκτονας Ma Yansong, ιδρυτής των MAD Architects, απέφυγε κάθε αυστηρή γωνία και δημιούργησε μια καμπυλόμορφη μορφή κτιρίων που μοιάζει να αιωρείται πάνω από το έδαφος.


Αυτή η ανύψωση δεν είναι απλώς μια αρχιτεκτονική επίδειξη, αλλά μια χειρονομία προς την πόλη αφού στη βάση του κτιρίου απλώνεται ένας μεγάλος δημόσιος κήπος, ο οποίος αντικατέστησε την απέραντη άσφαλτο και ένα παλιό γκρίζο πάρκινγκ. Ο κήπος λειτουργεί ως ανοιχτή αστική όαση με περισσότερα από 300 νέα δέντρα, έναν καταρράκτη και ένα υπαίθριο αμφιθέατρο.
Ενώ η τέχνη στον κήπο δεν περιμένει την επίδειξη του εισιτηρίου της εισόδου. Ανάμεσα στα μονοπάτια, μπορεί κανείς να συναντήσει γλυπτά καλλιτεχνών όπως ο Fernando Botero, η Prune Nourry και ο Benjamin Victor, κάνοντας τη βόλτα του μέρος μιας συνολικότερης αφηγηματικής εμπειρίας.


Μπαίνοντας στο κτίριο βλέπει κανείς το κεντρικό αίθριο στη στέγη να επιτρέπει στο φυσικό φως να ρέει σε όλους τους ορόφους πιο κάτω, ενώ γυάλινα κυλινδρικά ασανσέρ μεταφέρουν τους επισκέπτες στους επάνω ορόφους.
Η εννοιολογική δομή του μουσείου αρνείται συνειδητά την κλασική γραμμική, ιστορική ή γεωγραφική ταξινόμηση. Αντί να χωρίζει τα έργα ανά αιώνα ή κίνημα, η επιμελητική ομάδα οργάνωσε τις περισσότερες από 30 αίθουσες γύρω από οικουμενικές θεματικές της ανθρώπινης εμπειρίας, την αγάπη, την οικογένεια, την εργασία, το παιχνίδι, τον κίνδυνο, τη διαμαρτυρία και τους μύθους.


Στο πρώτο επίπεδο, η έκθεση για την ιστορία της αφηγηματικής τέχνης τοποθετεί δίπλα-δίπλα αυθεντικά έργα και υψηλής πιστότητας αναπαραστάσεις από σπηλαιογραφίες της Αλταμίρα, ασσυριακά ανάγλυφα και αναγεννησιακά ταμπλό, δείχνοντας ότι η αφήγηση μέσα από την εικόνα υπήρξε ανέκαθεν το κύριο μέσο διαμόρφωσης της συλλογικής μας συνείδησης.
Ενώ στον τέταρτο όροφο, η αφήγηση αποδομεί κάθε ιεραρχία ανάμεσα στην λεγόμενη «υψηλή τέχνη» και τη λαϊκή εικονογράφηση. Σε μια αίθουσα αφιερωμένη στο συναίσθημα και την ταυτότητα, η αυτοπροσωπογραφία της Frida Kahlo κρέμεται σε μικρή απόσταση από το «Dogs Playing Poker» του Cassius Marcellus Coolidge και την αυθεντική στολή του Batman από το The Dark Knight.
Λίγο πιο πέρα, οι εικονογραφήσεις της Beatrix Potter και του Maurice Sendak συνυπάρχουν με προκλητικά έργα του Banksy και του Robert Colescott.


Η συλλογή των 40.000 αντικειμένων που συγκέντρωσε ο Lucas σε διάστημα πέντε δεκαετιών αντιμετωπίζει τα κόμικς, τα manga και το σινεμά ως ισότιμα κεφάλαια της εικαστικής ιστορίας. Οι επισκέπτες μπορούν να μελετήσουν αυθεντικά καρέ από το Tintin και τον Superman, σπάνια φωτογραφικά ντοκουμέντα της Dorothea Lange, αλλά και την εξέλιξη του κινηματογραφικού σχεδιασμού.
Το Star Wars καταλαμβάνει ένα μέρος των αιθουσών που εστιάζουν εννοιλογικά στην εικαστική σύλληψη, πρωτότυπα concept art του Ralph McQuarrie, στολές, μοντέλα όπως το Landspeeder του Luke Skywalker και η πρώτη φυσική κατασκευή του Wheel Bike του General Grievous αποκαλύπτουν τη χειροπιαστή, καλλιτεχνική διαδικασία πίσω από τη δημιουργία ενός σύγχρονου μύθου.

Πέρα από τις εκθεσιακές αίθουσες, το μουσείο λειτουργεί ως κέντρο έρευνας και δημιουργίας.
Η δωρεάν ερευνητική βιβλιοθήκη, διαμορφωμένη σε σχήμα πετάλου με γυάλινους τοίχους που βλέπουν στο πάρκο, φιλοξενεί περισσότερα από 30.000 κόμικς, σπάνια βιβλία τέχνης και περισσότερους από 2.900 τόμους από την προσωπική βιβλιοθήκη του Joseph Campbell, ο οποίος ενέπνευσε με τη θεωρία του για το «Ταξίδι του Ήρωα» γενιές δημιουργών.


Παράλληλα, δύο υπερσύγχρονες κινηματογραφικές αίθουσες 299 θέσεων φιλοξενούν καθημερινές προβολές ντοκιμαντέρ, κλασικού σινεμά και πειραματικού animation.
Η διαδρομή ολοκληρώνεται στο ανώτατο επίπεδο με το εστιατόριο Skywalker Grill, όπου οι επιφάνειες από ξύλο κερασιάς και η πανοραμική θέα στο Λος Άντζελες προσφέρουν τον απαραίτητο χώρο για χαλάρωση και αναστοχασμό.


Το Lucas Museum of Narrative Art αποδεικνύει τελικά ότι οι ιστορίες που μας σημαδεύουν δεν μπορούν να χωρέσουν σε καμία κατηγορία. Είτε πρόκειται για μια αναγεννησιακή ελαιογραφία, ένα καρέ κόμικ, ένα γκράφιτι ή ένα κινηματογραφικό πλάνο, η αφηγηματική τέχνη παραμένει η κοινή γλώσσα που μας επιτρέπει να καθρεφτιζόμαστε στις ιστορίες που ακούμε και βλέπουμε.