Επιχειρήσεις

Έξι στους δέκα Έλληνες αγχώνονται για το μέλλον – Η «αόρατη» πίεση και τα τέσσερα πρόσωπα του φόβου

Αυτή η αντίφαση αναδεικνύεται σε έρευνα της Focus Bari με τίτλο «Οι Έλληνες απέναντι στον φόβο: Πιέσεις, Ανησυχίες και Ανθεκτικότητα», η οποία πραγματοποιήθηκε για το Kyklos365, μέσω online συνεντεύξεων σε πανελλαδικά αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.006 ενηλίκων, στις 22–24 Ιουνίου 2026.

Αντέχουμε μεν, δεν αισθανόμαστε ασφαλείς δε

Το 60% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι αγχώνεται έντονα για το μέλλον, ενώ το 68% αισθάνεται ότι έχει τη δύναμη να συνεχίζει παρά τις δυσκολίες. Η εικόνα που προκύπτει δεν είναι αυτή μιας κοινωνίας που έχει παραιτηθεί, αλλά μιας κοινωνίας που προσπαθεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις, συχνά χωρίς να αισθάνεται ότι διαθέτει σταθερά σημεία αναφοράς.

Την ίδια στιγμή, η προσωπική αντοχή δεν συνοδεύεται πάντα από ικανοποίηση. Το 52% δηλώνει ικανοποιημένο από τη ζωή του σήμερα, παρόλα αυτά μόλις το 38% αισθάνεται ότι βρίσκεται κοντά στη ζωή που θα φιλοδοξούσε να έχει. Η διαφορά αυτή αποτυπώνει την απόσταση ανάμεσα στο «τα καταφέρνω» και στο «ζω όπως πραγματικά επιθυμώ».

Ιδιαίτερα ευάλωτος κρίκος εμφανίζεται η οικονομική κατάσταση. Κι αυτό γιατί μόλις το 25% δηλώνει πολύ ή αρκετά ικανοποιημένο από αυτήν, ποσοστό αισθητά χαμηλότερο σε σύγκριση με άλλους τομείς, όπως η οικογενειακή ζωή, οι προσωπικές σχέσεις και οι κοινωνικοί δεσμοί.

Ο φόβος της αποτυχίας και η πίεση να μη μείνουμε πίσω

Οι ανησυχίες, όπως γίνεται αντιληπτό, δεν περιορίζονται στην οικονομική ανασφάλεια. Η αποτυχία, οι αυξανόμενες απαιτήσεις και ο φόβος ότι κάποιος δεν εξελίσσεται αρκετά γρήγορα βρίσκονται ψηλά στην κλίμακα των προσωπικών φόβων, κάτι που καθιστά το τοπίο ακόμη πιο σύνθετο.

Η σύγκριση με τους άλλους, η ανησυχία για την επαγγελματική πορεία και η ανάγκη διαρκούς επιβεβαίωσης της προσωπικής αξίας δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η προσπάθεια συχνά μετατρέπεται σε διαρκή δοκιμασία, κι έτσι, πριν χαρούμε τους καρπούς που απέφεραν οι κόποι μας, ανησυχούμε ήδη για τα επόμενα βήματά μας.  Δεν αρκεί να προχωρά κανείς, καθώς τα άτομα αισθάνονται ότι πρέπει να προχωρούν γρήγορα, να ανταποκρίνονται σε περισσότερες απαιτήσεις και να αποδεικνύουν συνεχώς ότι αξίζουν. Όπως και να ‘χει, το ψυχικό τίμημα της «αποτυχίας» όπως την αντιλαμβάνεται κανείς είναι βαρύ.

Το αποτύπωμα αυτής της πίεσης φαίνεται, μάλιστα, να είναι εντονότερο στις νεότερες ηλικίες. Σύμφωνα με την έρευνα, το 66,3% των νέων 18–24 ετών φοβάται την αποτυχία (κάτι που θα φάνταζε έως και αδιανόητο τα προηγούμενα χρόνια, όταν αυτές οι ηλικίες ήταν ακόμη «τρυφερές»). Για τους νεότερους, η ανησυχία συνδέεται όχι μόνο με το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας, αλλά και με την προσωπική εξέλιξη, την απόρριψη και τον φόβο ότι θα μείνουν πίσω σε σχέση με τους συνομηλίκους τους.

Παράλληλα, η ψυχική κόπωση αποτελεί σημαντικό στοιχείο της καθημερινότητας: το 52% του συνολικού δείγματος δηλώνει ότι συχνά αισθάνεται ψυχικά εξαντλημένο στο τέλος της ημέρας. Το ποσοστό ανέρχεται στο 59% μεταξύ των γυναικών, έναντι 46% στους άνδρες, καταγράφοντας διαφορά 13 ποσοστιαίων μονάδων.

Τέσσερα διαφορετικά πρόσωπα του φόβου

Η έρευνα δεν αντιμετωπίζει τους Έλληνες ως ένα ενιαίο σύνολο με κοινές αντιδράσεις. Μέσα από ανάλυση ομαδοποίησης, αναδεικνύει τέσσερα διαφορετικά προφίλ, τα οποία διαφοροποιούνται ως προς την ένταση της πίεσης, την αίσθηση ελέγχου, την εμπιστοσύνη και τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται τις δυσκολίες.

  • Οι «Σίγουροι» – 25%: Πρόκειται για ανθρώπους που αισθάνονται ότι έχουν τον έλεγχο της ζωής τους, εμφανίζουν υψηλότερη ικανοποίηση και διαθέτουν σταθερά προσωπικά στηρίγματα. Αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες αναζητώντας πρακτικές λύσεις, θέτοντας όρια και φροντίζοντας την ψυχική τους υγεία.
  • Οι «Επιφυλακτικοί» – 28%: Χαρακτηρίζονται από μέτρια πίεση, αποστασιοποίηση και περιορισμένη εμπιστοσύνη προς θεσμούς και οργανισμούς. Τείνουν να κινούνται πιο ατομικά και να αναζητούν βοήθεια με μεγαλύτερη επιφύλαξη. Για αυτούς, καθοριστική είναι η ύπαρξη αξιόπιστων λύσεων και η σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
  • Οι «Μαχητικοί» – 23%: Παρά την έντονη πίεση, συνεχίζουν να προσπαθούν και αναζητούν ενεργά διεξόδους. Ο φόβος της αποτυχίας και της στασιμότητας συνυπάρχει με τη φιλοδοξία και την προσήλωση στους στόχους τους. Χρειάζονται αναγνώριση, υποστηρικτική ηγεσία και συνθήκες που επιτρέπουν την απόδοση χωρίς εξάντληση.
  • Οι «Καταπονημένοι» – 24%: Αποτελούν την ομάδα που βιώνει την εντονότερη πίεση, την ψυχική κόπωση και τη μειωμένη αίσθηση ελέγχου. Η οικονομική και επαγγελματική ανασφάλεια εντείνει την ανησυχία τους, ενώ συχνά δυσκολεύονται να ζητήσουν βοήθεια ή να διατηρήσουν σταθερές πρακτικές αυτοφροντίδας. Για αυτούς, προτεραιότητα είναι η ουσιαστική υποστήριξη, η ασφάλεια και η μείωση των καθημερινών πιέσεων.

Η κατανομή αυτή δείχνει ότι ο φόβος δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Για κάποιους λειτουργεί ως πρόκληση που τους κινητοποιεί, για άλλους μετατρέπεται σε απόσταση και δυσπιστία, ενώ για μια σημαντική μερίδα γίνεται βάρος που δυσκολεύονται να διαχειριστούν.

Η ανθεκτικότητα δεν είναι μόνο ατομική υπόθεση

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα αφορά τον ρόλο του εργασιακού περιβάλλοντος. Μόλις το 24% των συμμετεχόντων αισθάνεται ότι η κουλτούρα της εταιρείας ή του οργανισμού του ενισχύει την ψυχική του ανθεκτικότητα. Παράλληλα, η έρευνα αναδεικνύει την ανάγκη για μεγαλύτερη ασφάλεια στην έκφραση δυσκολιών, ενσυναίσθηση από την ηγεσία, ισορροπία και δυνατότητα μάθησης από τα λάθη.

Το εύρημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι εργαζόμενοι καλούνται να προσαρμόζονται διαρκώς σε νέες απαιτήσεις, να διαχειρίζονται την αβεβαιότητα και να διατηρούν υψηλές επιδόσεις. Η προσωπική προσπάθεια είναι σημαντική, αλλά δεν αρκεί όταν το περιβάλλον δεν προσφέρει τα κατάλληλα στηρίγματα.

Άλλωστε, η ανθεκτικότητα δεν ταυτίζεται με την αδιάκοπη αντοχή. Δεν σημαίνει ότι κάποιος πρέπει να συνεχίζει επ’ αόριστον χωρίς να κουράζεται ή να ζητά βοήθεια. Προϋποθέτει, επίσης, την ύπαρξη συνθηκών που επιτρέπουν την έκφραση των δυσκολιών, την πρόσβαση σε πρακτικά εργαλεία και την ουσιαστική υποστήριξη.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 85% θεωρεί ότι η αυτογνωσία συμβάλλει στην ανάπτυξη ανθεκτικότητας, ενώ το 83% ζητά πρακτικά εργαλεία και όχι μόνο θεωρητική προσέγγιση. Το 76% συμφωνεί ότι η ανθεκτικότητα αναπτύσσεται και ότι οι οργανισμοί πρέπει να επενδύουν σε αυτήν.

Από το «αντέχω» στο «έχω υποστήριξη»

Το βασικό μήνυμα της έρευνας είναι ότι η δύναμη και η ανασφάλεια μπορούν (και πρέπει) να συνυπάρχουν. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να προσπαθούν, να αναζητούν λύσεις και να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν χρειάζονται βοήθεια. Άλλωστε, ζούμε οργανωμένοι σε κοινότητες ακριβώς γι’ αυτό, μεταξύ άλλων: για να απευθυνόμαστε στους συνανθρώπους μας και να ζητούμε στήριξη. Δεν είναι ντροπή, και δεν πρέπει επ’ ουδενί να είναι.

Η πρόκληση, πάντως, δεν είναι μόνο να ενισχυθεί η ατομική ανθεκτικότητα. Πρόκληση αποτελεί και υο να δημιουργηθούν οικογενειακά, κοινωνικά και εργασιακά περιβάλλοντα που προσφέρουν ουσιαστική στήριξη. Οι ανάγκες διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία, τη φάση ζωής και τα διαθέσιμα στηρίγματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρχει μία ενιαία λύση για όλους και όλες.

Σε μια καθημερινότητα που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα και αυξανόμενες απαιτήσεις, το ζητούμενο φαίνεται ότι δεν περιορίζεται πλέον στο να μάθουμε να αντέχουμε περισσότερο -και καλώς! Το θέμα είναι να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τα όριά μας, να ζητάμε βοήθεια χωρίς φόβο και δισταγμό και να αισθανόμαστε ότι δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζουμε κάθε δυσκολία μόνοι μας. Καλή η ανεξαρτησία, αλλά η ομαδικότητα έχει επίσης πολλαπλά οφέλη.