Μέσα από τα αντικείμενα και την νέα του έκθεση Το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος) επιχειρεί να αναδείξει τις ποικίλες πτυχές της γέννησης της σύγχρονης Αθήνας, μία από τις πιο συναρπαστικές διαδρομές της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Η περιοδική έκθεση «Αθήνα 1834–1944: Η γένεση της σύγχρονης πόλης», η οποία τελεί υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού, αποτυπώνει αυτήν ακριβώς τη διαδρομή 111 ετών στο ιστορικό Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής, επί της οδού Σταδίου.

Μέσα από την έκθεση βλέπουμε την Αθήνα ως έναν ζωντανό, διαρκώς μεταβαλλόμενο οργανισμό, σε μια ιστορική αναδρομή που εκκινεί από το 1834, έτος κατά το οποίο μεταφέρθηκε η έδρα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους στην πόλη. Μέσα από πλούσιο αρχειακό υλικό, σπάνιες φωτογραφίες και αντικείμενα από τις Συλλογές του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, αλλά και από πληθώρα συνεργαζόμενων δημόσιων και ιδιωτικών φορέων και συλλογών, η έκθεση ξεδιπλώνει τις καθοριστικές πτυχές που διαμόρφωσαν την ταυτότητα της νεότερης Αθήνας.
Από το ιδανικό όραμα στην πολεοδομική και αρχιτεκτονική πραγματικότητα
Η διαμόρφωση της «Νέας Αθήνας» υπήρξε στενά συνδεδεμένη με τη «φαντασιακή» της εικόνα που επικρατούσε στη δυτική σκέψη κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. Η επανανακάλυψη της πόλης ως της αρχετυπικής κοιτίδας των Γραμμάτων και των Τεχνών καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάστηκε και αναπτύχθηκε.

Η πολεοδομική εξέλιξη της πρωτεύουσας ακολούθησε μια σύνθετη πορεία. Ξεκίνησε από το αρχικό οραματικό σχέδιο των Σταμάτη Κλεάνθη και Eduard Schaubert για μια ιδανική νεοκλασική πόλη, πέρασε από την πραγματιστική αναθεώρηση του Leo von Klenze και συνεχίστηκε με τη σταδιακή επέκταση του αστικού ιστού προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Καθοριστικό σημείο καμπής αποτέλεσε το 1922, όταν η ανάγκη στέγασης των προσφύγων από την Μικρά Ασίας οδήγησε στην ανοικοδόμηση νέων συνοικισμών που διεύρυναν περαιτέρω τα όρια της πόλης.
Παράλληλα, η αρχιτεκτονική της Αθήνας καθρέφτιζε τις κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές. Από τις ευτελείς κατασκευές που αντίκρισαν οι Αθηναίοι το 1831, η πόλη πέρασε στην ανέγερση των επιβλητικών ιδιωτικών μεγάρων και, μεταγενέστερα, στην επικράτηση της μεσοπολεμικής πολυκατοικίας. Τον δημόσιο χώρο σφράγισαν τα εμβληματικά νεοκλασικά κτίρια που σώζονται έως σήμερα, όπως η Ακαδημία, το Πανεπιστήμιο, η Εθνική Βιβλιοθήκη και το Αστεροσκοπείο.
Ανθρωπογεωγραφία, καθημερινότητα και δημόσιος βίος

Στο επίκεντρο της έκθεσης βρίσκεται ο ίδιος ο άνθρωπος. Η ανθρωπογεωγραφία της Αθήνας αναδεικνύεται μέσα από 111 φωτογραφικά πορτρέτα προσώπων που έζησαν στα πρώτα 111 χρόνια της ως πρωτεύουσα. Την κοινωνία του Μεσοπολέμου συμπληρώνουν με ιδιαίτερη γλαφυρότητα οι καρικατούρες του αυτοδίδακτου ζωγράφου Μίμη Αντωνιάδη.
Η καθημερινή ζωή διερευνάται μέσα από τις υποδομές και τις υπηρεσίες που εκσυγχρόνισαν την πόλη, αλλά και μέσα από την ανάπτυξη της οικονομίας, του πολιτικού βίου, της πνευματικής κίνησης και της κοσμικής δραστηριότητας. Η Αθήνα υπήρξε πάντοτε μια ζωντανή πόλη με έντονο δημόσιο βίο και οι δρόμοι της ανέκαθεν το σκηνικό όπου οι κάτοικοι γιόρταζαν, πανηγύριζαν, πενθούσαν ή διαμαρτύρονταν.
Η σχέση με το παρελθόν και η διατήρηση της μνήμης

Διαχρονικά, οι ξένοι επισκέπτες συνέρρεαν στην Αθήνα γοητευμένοι από το ένδοξο παρελθόν της. Η έκθεση εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο τα αρχαία μνημεία εντάχθηκαν στην καθημερινότητα των κατοίκων, τις συστηματικές προσπάθειες προστασίας και αναστήλωσης τους, καθώς και την ανάδειξή τους. Η ιστορική μνήμη διαφυλάχθηκε μέσα από τη δημιουργία μουσείων, τη δημόσια γλυπτική και τη συστηματική φωτογραφική αποτύπωση της αθηναϊκής ζωής.
Συνολικά, η έκθεση αποτελεί μια πολυεπίπεδη προσέγγιση της νεότερης αθηναϊκής ιστορίας, προσκαλώντας το κοινό να αντικρίσει την πόλη με μια βαθύτερη στον χώρο και τον χρόνο ματιά.

Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Μέγαρο Παλαιάς Βουλής (Σταδίου 13, Αθήνα)
8 Σεπτεμβρίου 2026 ‒ 30 Ιουνίου 2027
Τρίτη έως Παρασκευή 09.00‒16.00, Σάββατο και Κυριακή 10.00‒16.00 (τελευταία προσέλευση στις 15.30)